Του Κώστα Γκουντάρα
Έχουμε τονίσει κατ' επανάληψη ότι η εποχή μας, εποχή αμφισβήτησης των πάντων, το μόνο που προκαλεί είναι θλίψη και μεγάλη απογοήτευση. Θλίψη, αφ' ενός μεν, γιατί δυστυχώς στη προσπάθεια που καταβάλει ο δύσμοιρος άνθρωπος να κερδίσει έχει ισοπεδώσει τα πάντα. Δεν υπάρχουν φραγμοί, δεν υπάρχει μέτρο. Συνδιαλεγόμεθα και με το διάβολο ακόμη, αρκεί να πετύχουμε πρόσκαιρο κέρδος. Απογοήτευση, αφ' ετέρου, γιατί εμείς το γένος των Ελλήνων που δώσαμε τόσα στο κόσμο και που η ίδια η θρησκεία μας ακούμπησε πάνω για να κατακυριεύσει την οικουμένη, έχουμε φτάσει στο έσχατο σημείο της συνοχής μας. Οι ταγοί μας εκκλησιαστικοί και μη προβληματίζουν και κολάζουν. Έχουν επικρατήσει το ψεύδος, η κλεψιά και τα κουσούρια. Αρνούμαστε τις αιώνιες ηθικές και πνευματικές αξίες, τα ιδανικά της παιδείας μας με το πρόσχημα ότι είναι παλιά και δεν προσαρμόζονται δήθεν στις συνθήκες της εποχής μας. Παντού αντιρρησίες και αντιρρήσεις. Κάποτε ο αείμνηστος Γεώργιος Παπανδρέου, το 1958, σε ένα συνέδριο για τη παιδεία μεταξύ των άλλων είπε: «Κάθε νέα γενιά έρχεται εις τον κόσμον με το πάθος της δημιουργίας. Επειδή είναι νέα, ευλόγως φιλοδοξεί να δημιουργήση έναν νέον κόσμον, νέα ιδανικά. Αλλά ευρίσκεται εις πλάνην. Τα ιδανικά είναι αιώνια. Η ευθύνη εκάστης γενεάς δεν είναι να εφεύρη νέα ιδανικά, είναι να πραγματοποιήση τα αιώνια ιδανικά». Στη περίοδο της τουρκοκρατίας πολλοί ξένοι περιηγητές ταξίδευαν στην Ελλάδα και θαύμαζαν τα αρχαία μνημεία της χώρας μας. Αυτό έκανε και τους υπόδουλους Έλληνες να αισθάνονται υπερήφανοι για τον πολιτισμό των προγόνων μας. Και αργότερα, πριν μερικές δεκαετίες, οι μαθητές, όταν διδάσκονταν διαφορετικά μαθήματα από τα σημερινά, γνώριζαν και γραφή, γνώριζαν και γεωγραφία, γνώριζαν και ιστορία. Έψαχναν το Σιδηρόκαστρο στη Μακεδονία και όχι στη Πελοπόννησο. Τη δε Ορεστιάδα στη Θράκη και όχι στα Επτάνησα. Ευτυχώς που τώρα τελευταία πλημμυρίζει και ο Έβρος και μπορούμε να φρεσκάρουμε και τις παραμεθόριες περιοχές.
Σήμερα θεωρούμε προγονοπληξία την απασχόληση με τα αρχαία μνημεία ή με τα αρχαία κείμενα. Και ενώ οι ξένοι έρχονται αθρόοι και θαυμάζουν τους αρχαιολογικούς μας θησαυρούς, εμείς δεν δείχνουμε κανένα ενδιαφέρον για να γνωρίσουμε τη πολιτιστική μας κληρονομιά.
Αλήθεια πόσοι από εμάς γνωρίζουμε για τη Παλαιά Άλω, τη Νέα Άλω ή για το Βυζαντινό κάστρο του Αλμυρού; Θα μου πείτε, όσο έχουν ανέβει στο Παρθενώνα οι Αθηναίοι, άλλο τόσο και ‘μεις είμαστε ενημερωμένοι. Ενδιαφερόμαστε μόνο για το συνάλλαγμα και το κέρδος θυσιάζοντας όλα τα άλλα. Στα Μουσεία δεν πατάμε, είμαστε ελαχιστότατοι σε σχέση με τους ξένους και ας είναι και δωρεάν η είσοδος για τους περισσότερους.
Παραπονιόμαστε μετά γιατί οι Άγγλοι κρατούν τα Μάρμαρα του Παρθενώνα, γνωστά και ως Ελγίνεια. Και δεν ντρεπόμαστε που προβάλλουν τα αρχαία ελληνικά μνημεία πιο πολύ ως εθνικά τους μνημεία οι … Τούρκοι.
Η αδιαφορία αυτή δείχνει πόσο έχουμε αποκοπεί και απομακρυνθεί από τη παράδοση. Κάτι πολύ επικίνδυνο για τη διατήρηση της εθνικής μας ταυτότητας και υπόστασης. Γράφω καμιά φορά πως βάλαμε ανάποδα τη σκάλα και αντί να ανεβαίνουμε κατεβαίνουμε. Αλλά μέχρι πού; Τις τελευταίες μέρες γινόμαστε καθημερινά μάρτυρες μιας τρελής πορείας προς τη καταστροφή. Οι ειδικοί, οι μορφωμένοι στηρίζουν το λόγο τους σε περιθωριακούς και με βάση αυτούς πλέκουν το πέπλο της αμαρτωλής Πηνελόπης. Άραγε θα βρεθεί κάποιο εμπόδιο στο δρόμο μας να μας σταματήσει ή θα κατακρημνισθούμε;
Είναι ανάγκη, ποτέ δεν είναι αργά, να ασχοληθούμε συστηματικά με την εθνική πολιτιστική μας κληρονομιά. Να οδηγήσουμε τους μαθητές μας στα μυστικά εκείνα μονοπάτια τα οποία ακολούθησαν οι πρόγονοί μας και μεγαλούργησαν. Να τους εξηγήσουμε την ιστορική αξία κάθε κομματιού της ελληνικής Γης. Να τους κάνουμε να αγαπήσουν την Ελλάδα και να γίνουν αληθινοί Έλληνες στη ψυχή και στο φρόνημα. Και αν τα καταφέρουμε, τότε να είμαστε σίγουροι ότι θα τη προστατέψουν. |