
Κατά τα τέλη του 19 ου αιώνα η τέχνη της Άπω Ανατολής άρχισε να γίνεται γνωστή στο δυτικό κόσμο από τις ιαπωνικές ξυλογραφίες. Η ιαπωνική τέχνη, όπως και η κινέζικη, επηρεάστηκε εν μέρει από το βουδισμό, που είχε έλθει από την Ινδία. Τα αξιολογότερα έργα της ιαπωνικής θρησκευτικής ζωγραφικής και γλυπτικής έχουν ως θέμα τις βουδιστικές θεότητες. Στον 6 ο αιώνα αρχικά και, αργότερα, στο 15 ο , Κινέζοι μοναχοί, καλλιτέχνες και τεχνίτες, διέσχισαν τη χερσόνησο της Κορέας και διαπεραιώθηκαν στα ιαπωνικά νησιά. Μετέδωσαν στην Ιαπωνία την τέχνη της Κίνας σε όλες τις μορφές της: αρχιτεκτονική, ζωγραφική, γλυπτική, λάκα, κεραμική. Κατά τη δεύτερη φάση, της δίδαξαν την τεχνική της ζωγραφικής με το μελάνι. Οι Ιάπωνες υιοθέτησαν και αφομοίωσαν τους ρυθμούς εκείνους με το δικό τους τρόπο, δίνοντάς τους πάντοτε το δικό τους ιδιάζοντα χαρακτήρα.
Η αρχαία θρησκεία της Ιαπωνίας, ο σιντοϊσμός, δίδασκε ότι ο κόσμος, τον οποίο κυβερνά ο θεός Ήλιος, ήταν γεμάτος πνεύματα, μερικά από τα οποία στέκονταν έτοιμα να χτυπήσουν τα δάχτυλα του ξυλουργού αν κακομεταχειριζόταν το ξύλο ή να σπάσουν το αγγείο του αγγειοπλάστη αν χειριζόταν απρόσεκτα τον πυλό. Έτσι, ο τεχνίτης σεβόταν τα εργαλεία του και τα υλικά του, τα περιποιόταν και τα χειριζόταν με προσοχή.
Ανάμεσα στα πρώτα έργα τέχνης της Ιαπωνίας συγκαταλέγονται μικρά αγάλματα από άργιλο, με στάσεις πολύ ζωντανές («χανιβάι»). Παριστάνουν πολεμιστές, ζώα, ή και μικρά σπίτια. Τα αγαλματάκια αυτά ήταν μπηγμένα στο χώμα γύρω από τους τάφους. Συμβόλιζαν ίσως τα πνεύματα που θεωρούνταν ότι φύλαγαν το σώμα του νεκρού.
Οι βουδιστές ιεραπόστολοι εισέδυσαν στην Ιαπωνία τον 6 ο αιώνα. Σε λίγο, ένας μεγάλος βουδιστικός ναός χτίστηκε στην πρωτεύουσα Νάρα. Οι ναοί του, οι τοίχοι του, τα οστεοφυλάκια και τα μοναστήρια του εκτελέστηκαν με τη μεγαλύτερη φροντίδα.
Ο όλος ρυθμός έχει σαν πρότυπο τους ναούς της Νότιας Ινδίας, αλλά εδώ έχει πολύ περισσότερη χάρη και λεπτότητα. Τα τοιχώματα αποτελούνται από ξύλινους κίονες, οι στέγες είναι από ξύλο κέδρου και οι τοίχοι είναι χρωματισμένοι με ζωηρά χρώματα: κόκκινο, μπλε, πράσινο και χρυσαφί. Μεταξωτές σημαιούλες κυμάτιζαν στον αέρα και ηχούσαν ορειχάλκινες καμπάνες. Στο εσωτερικό, τούβλα με φανταχτερά χρώματα εναλλάσσονται με ανάγλυφες και ζωγραφισμένες τοιχογραφίες και οι τοίχοι είναι διακοσμημένοι με άνθη, αναρριχητικά φυτά και σύννεφα.
Η επίδραση της κινέζικης γλυπτικής της εποχή των Τάνγκ είναι αισθητή στη σκεπτική κιθαρωδό και στο φρουρό που μορφάζει. Αλλά η κομψότητα της ιαπωνικής τέχνης εκδηλώνεται κιόλας στο φωτοστέφανο της μουσικού.
Στον τομέα της ζωγραφικής, οι βουδιστές ιεραπόστολοι έφεραν στην Ιαπωνία το ύφος που ήταν της μόδας στην Κίνα των Τάνγκ.
Στη Νάρα, οι θεότητες παριστάνονταν με την ίδια σαφή και αδρή γραμμή την οποία χρησιμοποιούσαν από καιρό οι καλλιτέχνες της Βορειοδυτικής Κίνας. Ο επίπεδος φωτοστέφανος σε σχήμα ήλιου που περιβάλλει το κεφάλι αυτού του λειτουργού του Βούδα, είναι χαρακτηριστικά ιαπωνικός, αλλά τα φαρδιά φορέματα και η γεμάτη χάρη χειρονομία θυμίζουν τα κινέζικα έργα.
Κατά το τέλος του 9 ου αιώνα, η Ιαπωνία αποβάλλει τις ξένες επιδράσεις. Η εξουσία περιέρχεται στις μέτριας καταγωγής οικογένεια των Φουτζιβάρα, που δίνει το όνομά της στην τέχνη της εποχής. Η ζωγραφική καθρεφτίζει την αναζήτηση και την κλίση προς την απόλαυση των αυλικών και των κυριών της εποχής, που έπαιζαν αυλό από καλάμι και έγραφαν επάνω σε μεταξωτό ύφασμα ή χρωματιστό χαρτί τα ποιήματα και τα ερωτικά τους γράμματα. Ένα από τα σπάνια ρολά ζωγραφισμένου μεταξωτού υφάσματος της εποχής εκείνης, που έφθασε ως εμάς, αφηγείται το ρομάντζο του πρίγκιπα Γκέντζι, που περιστοιχίζεται από όλες τις κυρίες της αυλής, καθισμένες σαν πεταλούδες επάνω σε μεταξωτά μαξιλαράκια. Αρχίζει κιόλας να εκδηλώνεται η ιαπωνική κλίση προς ένα πρωτότυπο και παράξενο σχέδιο, με τόνους σχεδόν υπερρεαλιστικούς.
Κατά το τέλος της περιόδου Φουτζιβάρα, οι Ιάπωνες καλλιτέχνες άρχισαν να επιδίδονται σε μια νέα μορφή τέχνης: τη γελοιογραφία. Διέπρεπαν στην ανάδειξη των διασκεδαστικών λεπτομερειών μιας φυσιογνωμίας. Σ' ένα ρόλο εμφανίζονται ζώα που μιμούνται τις στάσεις και τις πράξεις των αλαζονικών αρχόντων και των υπερβολικά τυπολατρών μοναχών. Έπειτα πολλοί καλλιτέχνες έδειξαν προτίμηση για τα φαιδρά και χιουμοριστικά επεισόδια της καθημερινής ζωής –θέματα που είχαν μείνει εντελώς ξένα προς τους Κινέζους ζωγράφους.
Το 1185, οι Φουτζιβάρα αντικαταστάθηκαν από στρατιωτικούς κυβερνήτες, οι οποίοι εγκατέστησαν την πρωτεύουσα στην Κουμακούρα και προτιμούσαν τη μάχη αντί για την κομψότητα και τη διανόηση της αυλικής ζωής. Ενισχυμένη, η φεουδαρχία γεννά ένα νέο ρυθμό, ο οποίος δίνει έμφαση στη σωματική δύναμη και αγγίζει την ανθρώπινη ψυχή βαθύτερα, παρά οι παλιότεροι ρυθμοί. Ένας από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες της εποχής Κουμακούρα στάθηκε ο γλύπτης Ουνκέι. Οι ξυλόγλυπτες προσωπογραφίες του συγκαταλέγονται ανάμεσα στα ωραιότερα υποδείγματα βαθιάς μελέτης της ανθρώπινης προσωπικότητας στην Άπω Ανατολή.
Αργότερα, η κλίση προς την ψυχολογία επηρεάζει το θέατρο. Έτσι, δημιουργήθηκε το θέατρο Νο, που έγινε η κύρια ψυχαγωγία των αριστοκρατών και των στρατιωτικών ηγητόρων της φεουδαρχικής Ιαπωνίας από τον 16 ο αιώνα κι έπειτα. Οι ηθοποιοί του Νο φορούν πάντοτε προσωπεία με αδρές γραμμές, για να μπορούν όλοι οι θεατές να αναγνωρίζουν τα πρόσωπα που υποδύονται. Τα προσωπεία αυτά έχουν χαρακτηριστικές και εντυπωσιακές εκφράσεις που αναγνωρίζονται αμέσως, όπως π.χ. η έκφραση μιας κοπέλας, ενός απάνθρωπου άρχοντα, ενός θεού της κολάσεως, κλπ.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
(Από το βιβλίο «Παγκόσμια εγκυκλοπαίδεια της τέχνης»)