ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΓΙΑ ΤΑ 69 ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ ΤΟΥ ΑΛΜΥΡΟΥ







γράφει ο πρόεδρος της ΠΕΑΕΑ – ΔΣΕ Τσαμπίρας Θανάσης

Αγαπητοί συμπατριώτες, συναγωνιστές και φίλοι, η 15η Αυγούστου του 1943 θα μείνει σ’ όλους μας βαθιά χαραγμένη στη μνήμη μας σαν μια από τις πιο ηρωϊκές και ταυτόχρονα τραγικές σελίδες της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Τη μέρα αυτή τα φασιστικά στρατεύματα κατοχής για αντίποινα της μάχης του Αλμυρού που έδωσε ο ΕΛΑΣ την 13η προς 14η Αυγούστου εκτέλεσαν 35 άμαχους άντρες έξω από το νεκροταφείο.

Προτού σας εξιστορήσω τα διαδραματισθέντα μαύρα γεγονότα εκείνης της αξέχαστης ιστορίας για τον Αλμυριώτικο λαό, οφείλω να σας διευκρινίσω τα εξής: Οι Γερμανοί και Ιταλοί κατακτητές έβλεπαν σαν εχθρούς όλους τους Έλληνες και τους μαχόμενους αντιστασιακούς, αλλά και τους αμάχους εκτός από τους συνεργάτες τους «Λεγεωνάριους και Ταγματασφαλίτες».

Το διευκρινίζω αυτό, για να πω στους συμπατριώτες μας, που έχουν σφαγιασθέντες από την οικογένειά τους σε αυτή τη μαύρη επέτειο, ότι όλοι οι Έλληνες εκείνη την εποχή κάνανε αντίσταση.

Αυτούς τους ήρωες αγωνιστές, μετά την απελευθέρωση η μεγαλύτερη αντιστασιακή οργάνωση του Ε.Α.Μ. η Π.Ε.Α.Ε.Α. που απαριθμεί και, σήμερα ακόμη πανελλαδικά πάνω από 10.000 μέλη, έχει πρώτη καταστατική της υποχρέωση να δημιουργήσει, όπου δεν υπάρχουν στους τόπους θυσιαστηρίων, ηρώα αγωνιστών, και κάθε χρόνο να οργανώνει στη μνήμη τους εκδηλώσεις για να τους αποδίδει φόρο τιμής.

Αγαπητοί συμπατριώτες, ο Αλμυρός είναι από τις πρώτες επαρχιακές πόλεις, που αντιστάθηκαν δυναμικά στον εισβολέα Γερμανο-Ιταλό κατακτητή και των λεγεωναρίων συνεργατών τους.

Πρωτοστάτες του αντιστασιακού κινήματος της πόλης μας ήταν τα πιο δυναμικά στελέχη της τότε κομματικής οργάνωσής του Κ.Κ.Ε. Αλμυρού. Άνθρωποι με Πανθεσσαλική αγωνιστική προσωπικότητα, όπως ο Δημήτρης Τσαρδάκας, ο Γιάννης Κακασής, ο Θανάσης Συρόπουλος, ο Δημήτρης Χουχούμης, ο Απόστολος Μπιντάκας, ο Χρήστος Μέτσιος, ο Γιάννης Τζιότζιος, ο Σούλης Τσαμανής, ο Παναγιώτης Περδίκης, ο Στάθης Καραγιώργης, ο Αποστόλης Παπανάτσιος, ο Σάκης Μίχος και άλλοι πολλοί που τότε αποτελούσαν το πιο ζωντανό κύτταρο της Αλμυριώτικης κοινωνίας. Στον Αλμυρό έγινε η πρώτη ένοπλη αντάρτικη ομάδα που ήταν και η πρώτη σε όλη την Ελλάδα τον Μάη του 1941 και την αποτελούσαν όλοι οι διωκόμενοι κομμουνιστές.

Αρχηγός της ομάδας ήταν ένας ατσαλωμένος κομμουνιστής, βγαλμένος μέσα από τα τότε καπνομάγαζα της περιοχής μας ο Δημήτρης Τσαρδάκας, τη δύναμη της οποίας την αποτελούσαν 42 άτομα, όλοι από την περιφέρειά μας. Το ΕΑΜ το «Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο» ιδρύθηκε τρεις μήνες μετά, δηλαδή το Σεπτέμβριο του 1941. Η πρωτοβουλία ανήκε στο ΚΚΕ, το οποίο επιστράτευσε και διέθεσε όλα του τα στελέχη. Επίσης συμμετείχαν, το εργατικό κόμμα και πολλά άλλα προοδευτικά κόμματα της εποχής εκείνης.

Το Ε.Α.Μ., αμέσως μετά την ίδρυσή του, εξαπλώθηκε με μεγάλη ταχύτητα και ανέλαβε όλες τις εξουσίες της υπαίθρου. Πρώτος στόχος η ίδρυση ενόπλων αντάρτικών ομάδων, που αυτό ήταν το δοξασμένο Ε.Λ.Α.Σ., στη συνέχεια την Ε.Π.Ο.Ν., που την αποτέλεσαν οι προοδευτικές νεολαιΐστικες οργανώσεις. Τα αετόπουλα, την πολιτοφυλακή, την Εθνική Αλληλεγγύη, τα Λαϊκά Δικαστήρια, και ένα σωρό άλλες οργανώσεις, που ήταν απαραίτητες για μια κοινωνία λαϊκής κυριαρχίας.

Στην περιοχή του Αλμυρού και συγκεκριμένα στη θέση Τσουρνάτ της Όθρυος δημιούργησε ο Ε.Λ.Α.Σ. το πρώτο και μοναδικό σε όλη την Ελλάδα εργοστάσιο κατασκευής και επισκευής όπλων βλημάτων όλμων – χειροβομβίδων και ναρκών. Δημιουργός και διοικητής του εργοστασίου ήταν ένας Βολιώτης Ελασίτης αξιωματικός, ο Αλέκος Παπαγεωργίου. Το δε τεχνικό προσωπικό το αποτελούσαν 106 πεπειραμένοι τεχνικοί, όλοι από το Νομό Μαγνησίας.

Επίσης στην περιοχή μας, πάνω ακριβώς από το Κουρί, ο Ε.Λ.Α.Σ. δημιούργησε και λειτούργησε το αεροδρόμιο, όπου προσγειώνονταν Αγγλικά συμμαχικά αεροπλάνα και μεταφέρανε πολεμικό υλικό για την ενίσχυσή του. Από το Κουρί έφυγε και γύρισε η αντιπροσωπεία του Ε.Α.Μ. για το Κάιρο και όλα αυτά συνέβησαν την εποχή που σχεδόν όλη η Ελλάδα στέναζε κάτω από την μπότα του κατακτητή.

Τώρα ας έρθουμε να εξιστορήσουμε τα συγκεκριμένα γεγονότα, όπως ακριβώς συνέβησαν εκείνη την περίοδο από την 13η έως την 15η Αυγούστου του1943.

Η συγκεκριμένη μάχη ήταν η πρώτη που θα έδινε ο ΕΛΑΣ σε κατοικημένη περιοχή και γι’ αυτό χρειαζόταν ιδιαίτερος προσχεδιασμός και μελέτη. Τον Αλμυρό τον περιφρουρούσαν περίπου 1.300 άρτια εξοπλισμένοι Ιταλοί, με βαρύ και ελαφρύ καινούριο οπλισμό. Από την πλευρά του ΕΛΑΣ οι οργανωμένες δυνάμεις ήταν 600 αντάρτες και ορισμένοι εφεδρο-ελασίτες από την οργάνωση του ΕΑΜ που χρησιμοποιήθηκαν για σύνδεσμοι μέσα και έξω στον Αλμυρό.

Η μάχη άρχισε περίπου τα μεσάνυχτα της 13ης Αυγούστου και διήρκησε όλη τη νύχτα το κτύπημα ήταν αιφνιδιαστικό και οι ιταλικές απώλειες τεράστιες σε νεκρούς και τραυματίες, αλλά και σε πολεμικό υλικό, που οι αντάρτες με την επιμελητεία τους προωθούσαν όλη τη νύκτα προς την Όθρυ.

Οι Ιταλοί από τα οχυρά που καταφέρανε τελικά να κρατήσουν όλη τη νύκτα, παρ’ όλη την σφοδρή επίθεση των αντάρτων, ρίχνανε βλήματα όλμων, αδιακρίτως σε σπίτια Αλμυριωτών και σκότωναν άμαχο πληθυσμό γυναίκες και μικρά παιδιά.

Η μάχη κράτησε όλη τη νύχτα και κοντά στα χαράματα της 14ης Αυγούστου οι δυνάμεις των ανταρτών υποχώρησαν προς τα βουνά της Όθρυς. Οι δε Ιταλοί το πρωΐ, αφού πρώτα μάζεψαν τους νεκρούς και τους τραυματίες, που τον αριθμό τους ποτέ κανείς δεν έμαθε, αμέσως άρχισαν τα πρώτα αντίποινα. Πήγαν στα σπίτια των Αλμυριωτών -που οι αντάρτες το βράδυ της μάχης χρησιμοποίησαν- και όσους απλούς πολίτες βρήκαν, τους εκτέλεσαν στην πόρτα του σπιτιού τους, 32 ήταν το σύνολο των αμάχων που σκότωσαν.

Αμέσως μετά κάλεσαν τον κόσμο να συγκεντρωθεί στην πλατεία μπροστά στο σπίτι του Ιταλού συνταγματάρχη διοικητή.

Εκεί ο συνταγματάρχης, σε μια πολύ σύντομη ομιλία κατηγορεί τους πολίτες, ότι όχι μόνο ήξεραν για την επίθεση των ανταρτών, αλλά και τους βοήθησαν. Γι’ αυτό οι Ιταλοί ήθελαν να πάρουν εκδίκηση. Ο συνταγματάρχης, έδωσε εντολή και έδιωξαν τις γυναίκες και τα μικρά παιδιά. Σε μια πρώτη πρόχειρη ανακοίνωση  που έκαναν κράτησαν 88 άνδρες Αλμυριώτες, με διάφορες κατηγορίες, τους οποίους σίγουρα περίμενε το εκτελεστικό απόσπασμα. Στο μεταξύ από Λάρισα έφτασε μια φάλαγγα αυτοκινήτων με στρατό, κανόνια και όλμους, για να καταδιώξουν τα αντάρτικα τμήματα.

Την άλλη ημέρα το πρωΐ, στις 15 Αυγούστου, ημέρα της γιορτής της Παναγίας, οι καμπάνες των εκκλησιών χτυπούσαν δυνατά, με σκοπό όλοι οι κάτοικοι να συγκεντρωθούν όχι στις εκκλησιές, αλλά στην πλατεία του Αλμυρού, για να τους μιλήσει ο στρατηγός, διοικητής της μεραρχίας που ήρθε από τη Λάρισα. Ο κόσμος συγκεντρώθηκε και αμέσως οι Ιταλοί τοποθέτησαν σε όλους τους δρόμους γύρω από την πλατεία πολυβόλα. Όμως οι πολίτες είδαν τα πολυβόλα, ανησύχησαν και φώναξαν να τους μιλήσει ο στρατηγός, που εκείνη τη στιγμή συσκέπτονταν με τον συνταγματάρχη καραμπινιέρο, για το πόσους τελικά πολίτες έπρεπε να εκτελέσουν. Σε λίγο δώσανε διαταγή να διώξουν τις γυναίκες και τα μικρά παιδιά.

 

Η διαταγή εκτελέστηκε, οι γυναίκες και τα μικρά παιδιά φύγανε. Αμέσως μετά ξεχώρισαν άλλους 210 άνδρες και με τους 88 που ήδη κρατούσαν από την προηγούμενη μέρα, σύνολο 298 τους οποίους προόριζαν για ομήρους. Από αυτούς ξεχώρισαν 38 άνδρες για να τους εκτελέσουν για παραδειγματισμό, μπροστά στα μάτια των υπόλοιπων κρατούμενων. Αυτό έγινε κοντά στο βασίλεμα του ήλιου, όπου φορτώσανε τους ομήρους στα αυτοκίνητα σχημάτισαν μια φάλαγγα με προορισμό τη Λάρισα. Επί της οδού Βόλου, μπροστά από τη φάλαγγα πεζοί οι μελλοθάνατοι τραβούσαν προς το νεκροταφείο, διότι αυτόν τον τόπο καθόρισαν για την εκτέλεση των συμπατριωτών μας.

Στο νεκροταφείο που φτάσανε, σταμάτησε η φάλαγγα και προτού αρχίσει η εκτέλεση, έρχεται ένας μοτοσικλετιστής αγγελιοφόρος Ιταλός, με μια γραπτή διαταγή στο χέρι, ζήτησε και πήρε δύο από τους μελλοθάνατους, τον Κώστα Τέζα και το Δημήτρη Κοντογεωργάκη. Κάποιος φαίνεται μεσολάβησε και γλίτωσαν το εκτελεστικό απόσπασμα.

Δίνεται η διαταγή και η εκτέλεση αρχίζει. Τους στήνουν στον τοίχο ανά δώδεκα άνδρες. Το «λάβετε θέσεις, σκοπεύσατε, πυρ» ακούγεται Ιταλικά τρεις φορές, μπροστά στα μάτια των ομήρων και μιας μικρής μερίδας γυναικών που από μακριά παρακολουθούσαν την εκτέλεση. Το έργο των Ιταλών τελείωσε. Η φάλαγγα ξεκίνησε για τη Λάρισα και οι χαροκαμένες μάνες, γυναίκες και αδερφές έτρεξαν να μαζέψουν τα άψυχα κορμιά των δικών τους και να τα θάψουν. Στο μεταξύ το σούρουπο έπεσε σχεδόν για τα καλά, οι πρώτες γυναίκες που έφτασαν έψαχναν να αναγνωρίσουν τους δικούς τους νεκρούς και ενώ γύριζαν τα άψυχα κορμιά των νεκρών βλέπουν έναν άνδρα βουτηγμένο στο αίμα να σηκώνεται τραυματισμένος και να τρέχει προς το μέρος της θάλασσας. Ήταν ο Κώστας Μπόσγας, που είχε τύχη βουνό και γλίτωσε τελικώς την εκτέλεση, με ένα μικρό διαμπερές κοιλιακό τραύμα και τη χαριστική βολή του Ιταλού αξιωματικού, διότι τον είχαν πλακώσει τα σώματα των άλλων εκτελεσμένων.

Αγαπητοί συμπατριώτες,

Εμείς οι αγωνιστές της εθνικής αντίστασης, δεν υποστέλλουμε τη σημαία του αγώνα. Αγωνιζόμαστε, διεκδικούμε, απαιτούμε. Κάποιοι πίστεψαν ότι «φεύγοντας» από τη ζωή οι αγωνιστές της ηρωϊκής δεκαετίας το 1940 – 1950 θα ξεχαστούν οι αγώνες και τα ανεκπλήρωτα οράματά τους λάθεψαν. Η ΠΕΑΕΑ – ΔΣΕ καλεί όλο τον εργαζόμενο λαό που σήμερα νιώθει την ένταση της ολομέτωπης επίθεσης που με αισχρό και βάναυσο τρόπο εξαπέλυσε το κεφάλαιο εναντίον του, να έχει όλα τα μάτια του ανοικτά και να αντισταθεί στην ηττοπάθεια και το συμβιβασμό, ακολουθώντας το δρόμο που χάραξε το ένδοξο ΕΑΜ.

Να σηκώσει οργανωμένα το ανάστημά του και να ενταχθεί στον αγώνα συστρατευμένος στο μεγάλο ποτάμι του ταξικού κινήματος, ώσπου να γίνουν πραγματικότητα τα μεγάλα οράματα και τα πανανθρώπινα ιδανικά του ΕΑΜ της Εθνική Αντίστασης και του ΔΣΕ για ανεξαρτησία. Παγκόσμια ειρήνη, πραγματική δημοκρατία και σοσιαλισμό. Τιμή και δόξα στους 35 εκτελεσθέντες και στα 32 γυναικόπαιδα.

Αντίσταση χθες, αντεπίθεση σήμερα, για νικηφόρο αύριο.

 

Για την ΠΕΑΕΑ – ΔΣΕ

Ο Πρόεδρος

Τσαμπίρας Θανάσης





Παρακαλούμε κοινοποιήστε το λινκ.