ΤΑ 105 ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΕΥΞΕΙΝΟΥΠΟΛΗΣ







Γράφει η Χρύσα Μαρδάκη,

Πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου Ευξεινούπολης

Φθινόπωρο του 1907

Η ξερή διψασμένη γη πέρα από τα δυτικά όρια του Αλμυρού, ανάμεσα στο ποτάμι και το δάσος, μεταξύ της πόλης και του βουνού, από τη μια οι άνθρωποι κι από την άλλη τα αγρίμια, η προορισμένη από αιώνες να ζει στην αργή αδιασάλευτη ζωή της φύσης, σαλεύει, ξυπνάει από το λήθαργό της και γίνεται όχημα για έναν άλλο προορισμό:

Να γίνει νέα πατρίδα για όσους χάσανε τη δική τους, νέο όνειρο γι’ αυτούς που τους γκρέμισαν το παλιό, η πρώτη σελίδα για μια ιστορία που μόλις είχε αρχίσει να γράφεται: Η ιστορία του χωριού μας, της Ευξεινούπολης.

Μία ιστορία πολυτάραχη και πολυκύμαντη που μπορεί να άρχισε από ένα άρθρο σε κάποια εφημερίδα της εποχής για τη θεμελίωση ενός οικισμού προσφύγων κάπου στο θεσσαλικό κάμπο, όμως η συνέχεια γράφτηκε πότε με το δάκρυ και πότε με το γέλιο, πότε με τον ιδρώτα και πότε με το αίμα,

της γενιάς των διωγμένων του 1907,

της γενιάς των κυνηγημένων του 1922,

της γενιάς των αδικοχαμένων του 1940,

των ταλαιπωρημένων του 1950,

των μεταναστών του 1960 και 70 ,

της γενιάς των σεισμοπαθών του 1980,

και της σημερινής γενιάς, αυτής που αν και δεν γνώρισε πολέμους και ξεριζωμούς, πείνα και στερήσεις, βίαια σύρεται σ’ έναν ανηλεή αγώνα επιβίωσης, της γενιάς της οικονομικής κρίσης.

Μόλις 105 χρόνια πίσω μας, όμως αυτό που δημιούργησαν όλες αυτές οι γενιές και μας παρέδωσαν είναι ένα πραγματικό θαύμα κι ένα άθλος μαζί. Εκείνοι βολεύτηκαν όπως – όπως στους «πυρήνες» τα μικρά σπιτάκια που τους δόθηκαν, όμως δεν παραδόθηκαν, δεν αρκέστηκαν, δεν απογοητεύτηκαν.

Γιατί οι πολίτες αυτού του τόπου με τη διαφορετική καταγωγή, τις διαφορετικές παραδόσεις, ίσως και τον διαφορετικό τρόπο ζωής, είχαν πάντα κοινούς στόχους και κοινά μέσα: Την εργατικότητα, την ευστροφία, την επινοητικότητα, την αλληλεγγύη, το ανοιχτό μυαλό και το συνεργατικό πνεύμα.

Πλούσιους, τζάκια και ευεργέτες δεν είχε ποτέ το χωριό μας, όμως ο καθένας από τους προπαππούδες, τους παππούδες και τους γονείς μας, άντρες και γυναίκες με τα άξια χέρια και την αγάπη τους για την οικογένεια και τον τόπο, δημιούργησαν αυτό το μεγάλο ή το μικρό που είναι σήμερα η Ευξεινούπολη και ειλικρινά τους χρωστάμε.

Σ’ αυτό το σημείο δεν μπορώ παρά να σταθώ στις γυναίκες της περιοχής μας τις Ευξεινουπολίτισσες. Ερχόμενες εδώ είτε προσφυγοπούλες είτε σκηνίτισσες Σαρακατσάνες είτε νύφες ακόμη, έδωσαν την ψυχή τους και το δικό τους κοπιαστικό μα και αθόρυβο αγώνα, πλάτη με πλάτη με τους άντρες τους να δουλέψουν στα χωράφια και στα ζώα, να αναθρέψουν και να μορφώσουν σωστά τα παιδιά τους θυσιάζοντας την προσωπική τους ζωή και κάθε οικονομικό πόρο της οικογένειας, με πενιχρά μέσα να νοικοκυρέψουν και να ασβεστώσουν το σπίτι να φυτέψουν λουλούδια και ζαρζαβατικά στον κήπο και να τα ποτίσουν με τον κουβά από το πηγάδι, μου λέγανε οι γιαγιάδες μου.

Νοικοκυρές, οικονόμες, έξυπνες, δραστήριες, τίμιες, υπερήφανες, αφοσιωμένες στο σπίτι και τα παιδιά τους στέκονταν ωστόσο πάντα ένα βήμα πίσω από τον άντρα τους και τον υποστήριζαν και το ενθάρρυναν σε κάθε προσπάθειά του, άφησαν παρακαταθήκη σ’ εμάς τις νεότερες περίτεχνα εργόχειρα της προίκας τους, δημιουργήματα της αξιοσύνης τους, αρχές και αξίες κάθε άλλο παρά παρωχημένες και ξεπερασμένες, αλλά διδάγματα ζωής ίσως πιο επίκαιρα από ποτέ.

Για όλους αυτούς είμαστε σήμερα εδώ, και για μας:

Με αφορμή την επέτειο της θεμελίωσης της Ευξεινούπολης και της έναρξης της καταγραφής της στον παγκόσμιο και τον Ελληνικό χάρτη να κάνουμε όπως κάθε χρόνο πλέον μια μοναδική γιορτή για το χωριό μας. Μια γιορτή όπου όλοι οι κάτοικοι της Ευξεινούπολης θα είναι εδώ παρόντες, ακόμη κι αυτοί που έφυγαν.

Στην επιμνημόσυνη δέηση που κάνουμε σήμερα, εκπληρώνουμε, έστω στο ελάχιστο, ένα ιερό μας χρέος να τιμήσουμε όλους τους αφανείς και άσημους ήρωες του χωριού μας.

Από τους πρώτους κατοίκους, μέχρι και τα πρόσφατα χαμένα αγαπημένα μας πρόσωπα, που έζησαν, δημιούργησαν και αγάπησαν αυτόν τον τόπο κι άφησαν σ’ εμάς τη σκυτάλη για τη συνέχιση της διαδρομής του.

Ας ενώσουμε τις προσευχές μας η Ευξεινούπολη της καρδιάς μας, που γεννήθηκε ένα φθινόπωρο σαν αυτό πριν από 105 χρόνια, να είναι πάντα εύξεινη και καλόδεχτη για κάθε άνθρωπο και «πόλις» όπως της Αρχαίας Αθήνας για κάθε πολίτη που θέλει να είναι κομμάτι της ύπαρξής της.

Ας προσευχηθούμε στην Παναγία μας που μας σκεπάζει και μας προσέχει από αυτόν το Ναό, τον αφιερωμένο στην χάρη της, ο όμορφος αυτός τόπος που μας κληροδότησαν οι πρόγονοί μας να είναι πάντα το καμάρι μας, η αρχοντιά και η αγάπη μας κι εμείς άξιοι συνεχιστές του έργου τους.

Γιατί εμείς οι Ευξεινουπολίτες αξιοθέατα και μνημεία δεν έχουμε να παρουσιάσουμε.

Για ένα πράγμα καυχιόμαστε:

ζούμε τον τόπο μας,

είμαστε ο τόπος μας,

η ταυτότητά μας και η ζωή μας

και στους καιρούς που ζούμε μόνον αυτό μένει ατόφιο και αναλλοίωτο.

 

Χρύσα Μαρδάκη

Πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου Ευξεινούπολης





Παρακαλούμε κοινοποιήστε το λινκ.