Επιστολές για τους Βαλκανικούς πολέμους 1912-13 – Η δασκάλα του Πλατάνου










 του Κώστα Γκουντάρα 

Το ποιος ήταν ο αείμνηστος Νικόλαος Γιαννόπουλος και ποια η προσφορά του στην περιοχή μας δεν είναι του παρόντος. Εξ άλλου οι Αλμυριώτες γνωρίζουν αρκετά για την πορεία του. Αρκετοί μάλιστα αρκετά. Μεταξύ των φίλων του στην Ευρώπη, αφού είχε πάμπολλες γνωριμίες, ήταν Ιταλοί και Γερμανοί, μάλιστα ο ίδιος υπήρξε και μέλος της Γερμανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας. Έτσι, λοιπόν, αρκετοί από αυτούς τον θυμήθηκαν  και από την έναρξη  των Βαλκανικών πολέμων του 1912 -13 του έστειλαν επιστολές, στις οποίες  τονίζουν τον θαυμασμό τους για τις επιτυχίες των Ελλήνων και εύχονται για τη «φιλτάτη μας Πατρίδα». Σήμερα με χαρά παρουσιάζουμε στους αναγνώστες της Εφημερίδας και όχι μόνο, από το πλούσιο προσωπικό αρχείο μας, αποσπάσματα από μερικές επιστολές που γράφθηκαν και στάλθηκαν στον αείμνηστο Νίκο Γιαννόπουλο την περίοδο εκείνη.

Ο Βαρώνος Νίλλερ από το Βερολίνο γράφει στο Γιαννόπουλο στις 6 Νοεμβρίου του 1912. «… οι δε φόβοι διεσπάρησαν μεταξύ θαυμασμού της ευχαριστήσεως και εάν μη γένωνται εκπληκτικαί και παράδοξοι μεταβολαί, γενική θα κηρυχθή νίκη των Βαλκανικών κρατών. Και τότε δεν θα λυθή το ζήτημα του αναδασμού και διανομής αμέσως,  αλλ’  ελπίζω ότι μέρη ουκ ασήμαντα της Ηπείρου, Μακεδονίας και νήσων θα λάβη η Ελλάς και όλον τον ιερόν Όλυμπον όστις τότε και θέλει καθαρισθή από των φαρμακερών εκείνων κακούργων. Ας ελπίζωμεν και ταχείαν ειρήνην άνευ κακής επιδράσεως και διπλωματών. Φυσικόν είναι ότι η Ελλάς πρώτον έπρεπε να ασφαλισθή. Έπειτα δε η αρχαιολογία θα έχη πάλιν τα δικαιώματά της. Θα κερδίση δε και θα λάβη ανάπτυξιν και η Θεσσαλία και η Φθιώτις όταν έχη σιδηροδρομικήν συγκοινωνίαν με την Ευρώπην.»

Από τη Νυρεμβέργη της Γερμανίας ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Φρειδερίκος Στάιχλεν γράφει στις 13 Νοεμβρίου του 1912: « Η αρχαιοτέρα τώρα επεσκότισται δια του πολέμου και όλοι οι φίλοι των Ελλήνων εύχονται την εξακολούθησιν των λαμπρών νικών τοις Ελληνικοίς όπλοις…»

Από την Πίζα της Ιταλίας ο καθηγητής του Πανεμιστημίου Βικέντιος Κωνστάζι στις 3 Ιανουαρίου του 1913 γράφει «Σας υποβάλλω εκ της αιωνίου πόλεως (της Ρώμης, όπου διέτριβεν τότε) τας θερμοτάτας ευχάς μου επί τω επικειμένω έτει (κατά το υμέτερον ημερολόγιον). Την αυτήν ευχήν κάμω και εις τον ευκλεά λαόν της Ελλάδος, ελπίζων να μη βραδύνη η ημέρα της τελείας ελευθερώσεως πάντων των λαών, όσοι ομιλούσιν Ελληνικά».

Ο γνωστός στη Θεσσαλία αρχαιολόγος και καθηγητής του μεγάλου στο Helle της Γερμανίας Πανεπιστημίου Όθωνας Kern γράφει στις 31 Μαρτίου του 1913: « Συγχαίρω και συλλυπούμαι μετά των φίλων Θεσσαλών μετά Σου και της Φιλαρχαίου Εταιρείας. Συγχαίρω δια τας μεγάλας και λαμπράς νίκας, συλλυπούμαι δια τον θυτήριον θάνατον του Βασιλέως. Φιλλέλην και εγώ!»

Άλλος Γερμανός αρχαιολόγος, καθηγητής στο Στρασβούργο της Γερμανίας σε μικρή επιστολή ενθουσιασμένος μεταφέρει τη χαρά την οποία αισθάνονται οι ψυχές του Ρήγα μας και οι μαζί με αυτόν πεσόντες υπέρ της Πατρίδας: «Χαίρετε Θηρευταί εσόκεν η ως έλθη απ’  Ολύμπου λαμπάδ’  ανισχομένη! Η ηώς επέτειλεν ήδη φωτεινή και λαμπρά κρατούσα δάδα φωτός ελευθερίας καταυγάζουσα την πατρίδα του Μεγάλου Αλεξάνδρου». (Ο παραπάνω στίχος αναφέρεται στο γνωστό επιτύμβιο του δεινού ελληνιστή ειρηναίου Θειρσίου περί του Ρήγα, στο οποίο ο διακεκριμένος καθηγητής συνδύασε θαυμάσια και κατάλληλα την περίσταση.

Εκτός των παραπάνω και αρκετοί άλλοι έστειλαν συγχαρητήριες επιστολές στις οποίες δεν παραλείπουν να εκφράσουν τη χαρά τους για τη νίκη των ελληνικών όπλων. Αρκετά από τα στοιχεία αυτά βρίσκονται στο προσωπικό μας αρχείο και έχουμε την υποχρέωση να τα κάνουμε γνωστά στους συμπατριώτες μας.

*Θα κλείσουμε με κάτι ακόμη ευχάριστο που αφορά το χωριό του Πλατάνου και τους ωραίους του ανθρώπους αναφέροντας κάτι που σχολιάστηκε την εποχή, κατά την διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων και συγκεκριμένα το Μάρτιο του 1913.

Στο σχολείο του Πλατάνου υπηρετούσε τότε μια δασκάλα ονόματι Κυρία Σταματίνα. Αυτή, λοιπόν, φιλότιμη και δραστήρια, όπως ήταν, γύρισε με μια επιτροπή τα σπίτια όλα του Πλατάνου (του παλαιού εννοείται)  και συγκέντρωσε το ποσό των διακοσίων δραχμών 200 δρχ (αρκετά μεγάλο για την εποχή), με το οποίο αγόρασαν πανί να ράψουν εσώρουχα, τα οποία και έστειλε η Κοινότητα στους εφέδρους, που αγωνίζονταν στα πεδία των μαχών.

«Ο Πλάτανος και άλλο καλόν έργον έπραξεν, ενώ ο Αλμυρός υστερεί και εις τούτο. … Ο καϋμένος ο Πλάτανος! Έπαθε και λυπείται!»

Νικόλαος Γιαννόπουλος

1866-1945





Παρακαλούμε κοινοποιήστε το λινκ.