Τα παλιά Καρναβάλια στην Ευξεινούπολη (βίντεο-φωτο)







Δέσποινα Κοτζιαπαναγιώτου

Λίγες μέρες πριν από το Καρναβάλι της Ευξεινούπολης, ένα έθιμο που αποτελεί παράδοση εδώ και πολλά χρόνια για τον τόπο μας, γυρίσαμε για άλλη μια φορά πίσω το ρολόι του χρόνου και κάναμε ένα όμορφο νοσταλγικό ταξίδι στο παρελθόν, με όχημα τις αναμνήσεις κάποιων ανθρώπων που θέλησαν πρόθυμα να τις μοιραστούν μαζί μας, ζωντανεύοντας μια ολόκληρη εποχή όπου όλα ήταν πιο απλά, είχαν όμως τη δική τους ξεχωριστή σημασία, από το πιο μικρό ως το πιο μεγάλο.

Οι μεγαλύτεροι θα γυρίσουν πίσω με περισσότερη ευκολία, αφού συνήθως οι παλιότερες αναμνήσεις είναι εκείνες που δεν ξεθωριάζουν εύκολα. Όσο για τους νεότερους, ας αφήσουν το μυαλό τους να πλανηθεί στις παλιές γειτονιές, κι ας πάρουν τη θέση τους στην κερκίδα της φαντασίας, που λίγη καλή διάθεση μόνο θέλει για να γεμίσει από ήχους, χρώματα κι αρώματα μιας άλλης εποχής, μακρινής μεν αλλά όχι και τόσο ξένης, αφού αποτελεί κομμάτι της ζωής και των δικών τους αγαπημένων ανθρώπων, των προγόνων τους.

 

Δήμητρα (Τούλα) Μπασδάνη – Ρεπάκη: Η Ευξεινούπολη έγινε Κοινότητα το 1914. Μέχρι τότε ήταν Συνοικισμός. Το Καρναβάλι γινόταν από τότε που δημιουργήθηκε το χωριό, λόγω του ερχομού των προσφύγων από την Ανατολική Ρωμυλία, στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Η πλατεία τότε δεν είχε ούτε δέντρα, ούτε τίποτα άλλο ιδιαίτερο, και το έδαφός της ήταν όλο χόρτο. Στην άκρη της υπήρχε εκείνα τα χρόνια ένα μόνιμο καφενείο, που το είχε ο μπαρμπα-Μηνάς ο Μιραβίδης. Αυτός κάθε Καθαρά Δευτέρα έβγαζε τραπέζια και καρέκλες στο χώρο της πλατείας για τους ντόπιους αλλά και για τους επισκέπτες που θα έβγαιναν εκείνη την ημέρα να διασκεδάσουν. Έρχονταν όμως και από άλλα καφενεία οι μαγαζάτορες και έστηναν κι αυτοί τραπέζια και καρέκλες στην πλατεία του χωριού, για να δουλέψουν με την ευκαιρία του καρναβαλιού. Τα καφενεία εκείνη την εποχή ήταν κάτι σαν τα σημερινά πολυκαταστήματα, καφενεία, μπακάλικα, ταβέρνες, λίγο απ’ όλα.

Η Δήμητρα (Τούλα) Ρεπάκη – Μπασδάνη

Οι περισσότερες από τις παρέες κατέφταναν έχοντας κάνει το κουμάντο τους, έφερναν μαζί το φαγητό τους, καυτερές πιπεριές, χαλβά και λάχανο τουρσί με κόκκινο πιπέρι για να τραβάει κρασί, κι όσοι δεν ήθελαν να καθίσουν στις καρέκλες έστρωναν χαλάκια κατάχαμα, για να συμμετέχουν στο γλέντι, έτρωγαν, έπιναν και διασκέδαζαν για πολλές ώρες με τα γραμμόφωνα που έστηναν τα καφενεία, και τη λατέρνα του Κορωναίου. Πολλοί απ’ αυτούς ήταν ντυμένοι μασκαράδες και φορούσαν ότι ήθελε κι ότι μπορούσε να φανταστεί ο καθένας.

Θυμάμαι μια φορά που δυο άντρες είχαν ντυθεί άλογα, φορώντας ότι παλιόρουχα είχαν βρει, και πίσω τους είχαν δεμένο ένα αλέτρι. Κι άλλοτε πάλι, μια γυναίκα που είχε ντυθεί αρκούδα, φορώντας μια φλοκάτη βελέντζα, παρέα με μια άλλη που έκανε το γύφτο και κρατούσε ένα ταψί που το χτυπούσε σαν ταμπούρλο ρυθμικά για να χορεύει η αρκούδα.

Ιδιαίτερη εντύπωση μου είχαν κάνει δυο αδερφές, οι οποίες ήταν ντυμένες με φορέματα – τουαλέτες που είχαν φέρει οι γονείς τους οι πρόσφυγες από την Ανατολική Ρωμυλία. Ο κόσμος σ’ εκείνα τα μέρη ήταν πολύ μπροστά για εκείνη την εποχή και μαθημένος σε εντελώς διαφορετικές συνθήκες. Ακόμα θυμάμαι εκείνα τα φορέματα γιατί ήταν ξεχωριστά.

Ο μπαρμπα-Σωτήρης ο Βελιάδης έπαιρνε έναν τουρβά γεμάτο με στάχτη και άμμο, και έκανε το σπορέα. Γύριζε ανάμεσα στις παρέες, έκανε ότι σπέρνει σκορπώντας παντού τη στάχτη με την άμμο, κι όποιον έπαιρνε η στάχτη εκείνος έφευγε τρέχοντας για να γλιτώσει.

Ένας άλλος, είχε ένα γομάρι που το φόρτωνε απ’ τη μια μεριά με στάμνες κι από την άλλη με σάλωμα, βάλτο -χόρτο απ’ τον βαρκό τον τόπο- και φώναζε δυνατά: «βάλτοοοοο σταμνιάάάάά». Με κάτι τέτοια έκαναν πλάκα και γελούσαν.

Μασκαράδες της εποχής

Οι άντρες ντύνονταν γυναίκες, βάφονταν, έβαζαν καπέλα κι ότι άλλο μπορούσαν να σκαρφιστούν. Από βραδύς γυρνούσαν στα σπίτια του χωριού κουκουλωμένοι με σεντόνια και άλλες αυτοσχέδιες μεταμφιέσεις της στιγμής, για να μην αναγνωρίζονται. Χτυπούσαν τις πόρτες των συγχωριανών τους που άνοιγαν άφοβα και φιλόξενα, και ακολουθούσαν καλαμπούρια, γέλια και κεράσματα. Οι άνθρωποι τότε ήταν πιο ξένοιαστοι. Τώρα δεν ανοίγουν εύκολα τις πόρτες.

Εμείς οι νέοι βγαίναμε σε μεγάλες παρέες, πολλά παιδιά μαζί, αγόρια και κορίτσια, γυρίζαμε τα σπίτια, τραγουδούσαμε, χορεύαμε, διασκεδάζαμε και δεχόμασταν ό,τι είχαν να μας φιλέψουν. Χαλβά, τουρσί, ελιές, αυτά ήταν τότε τα κεράσματα, δεν είχαμε τα διάφορα νηστίσιμα τα σημερινά. Περιμέναμε πως και πως να φτάσει η Καθαρά Δευτέρα, γιατί ξέραμε πως θα περάσουμε καλά, και παρακαλούσαμε να μην βρέχει εκείνη την ημέρα.

Αριστερά, με το κόσκινο, η Τούλα Μπασδάνη. Γιώργος Λαζάρου, Γιάννης Πανέρης, Βάλσαμος Παστίας, Πιπίτσα Σαρρή και Αθηνούλα Σταμίδυο, η συνηθισμένη παρέα που συμμετείχε στα καρναβάλια

Εγώ ντυνόμουν αξιωματικός με τα ρούχα του αδερφού μου κι άλλοτε Σαρακατσάνα, μαζί με τις φιλενάδες μου. Είχαμε πάρει μέρος και στην αναπαράσταση του σαρακατσαναίικου γάμου, με καλύβα που είχε στηθεί πάνω σε μια πλατφόρμα, με τα «προξένεια» και όλα τα σχετικά. Άλλοτε, πάλι, φορούσα το μεσοφόρι της μάνας μου ή τον κρεβατόγυρο. Απλά πράγματα. Εκτός από το ότι συμμετείχα στα καρναβάλια, όμως, ήμουν εκείνη που φρόντιζε για το μασκάρεμα πολλών φίλων και γνωστών. Τον Αντώνη τον Στεφανή μια φορά τον είχα ντύσει δεσποινίδα. Του φόρεσα μια καπελίνα και τον έβαψα σαν γυναίκα. Έναν άλλο φίλο τον είχα ντύσει παπά, με μια κατσαρόλα και μαύρο μαντήλι στο κεφάλι. Ήταν τυλιγμένος με ένα σεντόνι και είχε στο χέρι ένα κονσερβοκούτι δεμένο με σύρμα, μέσα στο οποίο είχε μια σβουνιά – καβαλίνα, κι έκανε ότι θυμιατίζει.

Οι φίλες Ρίτσα Κολοβού και Τούλα Μπασδάνη, με μπερέδες, στην πλατεία του χωριού. Μπροστά τους στημένο ένα πολυβόλο που ξέμεινε από τον πόλεμο

Καθαρά Δευτέρα: Η Ειρήνη Βουλτσίδου και η Τούλα Μπασδάνη, ντυμένες Σαρακατσάνες

Την Καθαρά Δευτέρα ο κόσμος παρέμενε για πολλές ώρες στην πλατεία του χωριού. Όταν νύχτωνε, μαζεύονταν στο μαγαζί του μπαρμπα-Μηνά, όπου αποκορυφωνόταν το γλέντι και ξημέρωναν διασκεδάζοντας με τα τραγούδια της Σοφίκας Χάιτα -η  οποία είχε πολύ ωραία φωνή και της άρεσε να τραγουδάει για ώρες- με φωνόγραφο, ασετιλίνη και λουξ φωτιστικά, που διέθετε το κατάστημα, καθώς τότε το χωριό δεν είχε ακόμα ηλεκτροδοτηθεί. Το ηλεκτρικό ρεύμα ήρθε στην Ευξεινούπολη το 1958, με ενέργειες του τότε Προέδρου της Κοινότητας, Κωνσταντίνου Ρεπάκη, που παρέμεινε στη θέση αυτή για αρκετές τετραετίες.

Αποκριάτικος χορός στην ταβέρνα του Καραμανιόλα. Αριστερά, καθισμένος ο Κωνσταντίνος Ρεπάκης, και στο χορό η αδερφή του Τούλα Ρεπάκη – Μπασδάνη και ο Γιάννης Παππάς από τον Αλμυρό

Λαγάνες δεν υπήρχαν τότε, μόνο ψωμάκι σπιτίσιο. Το φαγητό ήταν λιγοστό και νηστίσιμο και δεν τους έπιανε καλά, γι’ αυτό οι περισσότεροι μεθούσαν γρήγορα από το κρασί που τους έκοβε. Πήγαιναν τότε στο μπακάλικο του πατέρα μου, του μπαρμπα-Θανάση, κι έπιναν τουρσοζούμι -ζουμί από τουρσί καρπολάχανο- για να συνέλθουν απ’ το μεθύσι. Έτσι ξεμεθούσαν και γύριζαν πίσω για να συνεχίσουν το γλέντι μέχρι το πρωί. Όλος ο Αλμυρός και τα γύρω χωριά μαζεύονταν για να καρναβαλίσουν στην Ευξεινούπολη, και οι περισσότεροι από τους χωριανούς μεταμφιέζονταν για να συμμετέχουν στο καρναβάλι. Το ένιωθαν διαφορετικά τότε οι άνθρωποι. Πολλά χρόνια αργότερα το καρναβάλι της Ευξεινούπολης άρχισε να γίνεται πιο συστηματικά.

Η Αθηνούλα Σταμίδου και η Τούλα Μπασδάνη σε αποκριάτικο χορό

Όλα αυτά που θυμάμαι εγώ γίνονταν μετά και από το τέλος του Εμφυλίου, καθώς η χώρα μας ταλαιπωρήθηκε πολλά χρόνια από τις κακουχίες και τα δεινά του πολέμου, ενώ τα χρόνια πριν από τον πόλεμο ήμουν πολύ μικρή και δεν έχω αναμνήσεις».

Η Τούλα Μπασδάνη

 

Μιλτιάδης Ραχμανίδης: «Εγώ δούλευα από μικρός, από τα 13 μου χρόνια στο κατάστημα του Χρήστου Μετσοβίτη. Για το Καρναβάλι της Ευξεινούπολης είχα ένα φίλο που με προμήθευε με όλα τα σχετικά -χαρτοπόλεμο, σερπαντίνες κτλ.- κι έτσι έβγαινα με ένα μεγάλο κιβώτιο γεμάτο από αυτά τα είδη και τα πουλούσα για να βγάλω κανένα μεροκάμαο παραπάνω. Μεταμφιεζόμουν πάντα, και γιατί μου άρεσε αλλά και για να συμμετέχω καλύτερα στο γενικότερο κλίμα, παρακινώντας τον κόσμο να αγοράσει την πραμάτεια μου. Άλλοτε ντυνόμουν γυναίκα κι άλλοτε οτιδήποτε μου ερχόταν στο μυαλό την τελευταία στιγμή.

Ο Μιλτιάδης Ραχμανίδης

Το πιο ωραίο πράγμα που θυμάμαι από εκείνα τα παλιά καρναβάλια, ήταν ότι ο κόσμος δεν έφευγε νωρίς. Όλοι έκαναν βόλτες μέχρι αργά τη νύχτα, κυνηγούσαν ο ένας τον άλλο με χαρτοπόλεμο, το διασκέδαζαν και γλεντούσαν.

Αργότερα, μαζεύονταν στα καταστήματα του Πασχάλη Λαγγούρα και του Γιώργου Καραμανιόλα, όπου γίνονταν χοροεσπερίδες, γλέντι, χορό και ξεφάντωμα με κασετόφωνα μέχρι τα ξημερώματα, τόσο που την άλλη μέρα οι μαγαζάτορες μάζευαν ένα αυτοκίνητο με κομφετί.

Από τη δική μου παρέα οι περισσότεροι ντρέπονταν να μεταμφιεστούν, και συνήθως εγώ ήμουν αυτός που ντυνόμουν και συμμετείχα ενεργά στο καρναβάλι.

Στη μέση ο Μιλτιάδης Ραχμανίδης. Ήταν ο μόνος από την παρέα του που συνήθιζε να μεταμφιέζεται και να συμμετέχει ενεργά στο Καρναβάλι

Η οικογένειά μου, και πιο πολύ η μητέρα μου, ήταν αντίθετη σε όλα αυτά λόγω θρησκευτικών πεποιθήσεων, όπως αργότερα και η σύζυγός μου. Εγώ όμως δεν το έβαζα εύκολα κάτω, και δεν σταμάτησα ούτε όταν παντρεύτηκα να μασκαρεύομαι και να παίρνω μέρος στη γενικότερη διασκέδαση. Καμιά φορά με ακολουθούσε κι η αδερφή μου η Μαρία, η οποία μαζί με τη Θεοδώρα του Πασχαλούδη και άλλη μια γειτόνισσα μεταμφιέζονταν σε γύφτισσες και γύριζαν στους δρόμους φωνάζοντας: «Μοίρεεεεεεες, εδώ οι καλές οι μοίρεεεεεεες».

Οι μεταμφιέσεις εκείνα τα χρόνια ήταν αυτοσχέδιες, ό,τι μπορούσε να φανταστεί ο καθένας. Άλλος φορούσε παλιόρουχα, άλλος τα ρούχα και την τραγιάσκα του παππού του, άλλος τα ίδια του τα ρούχα ανάποδα, και οι βαρελόφρονες έδεναν μαξιλάρια γύρω από την κοιλιά τους. Ένας γείτονάς μου, ο μπαρμπα-Γιάννης ο Γιαλαμάς είχε μια στολή καμήλας μέσα στην οποία έμπαιναν δύο άτομα και τριγύριζαν στο χώρο που γινόταν το καρναβάλι.

Ήταν πολλοί οι ξένοι επισκέπτες που έρχονταν την Καθαρά Δευτέρα στην Ευξεινούπολη. Πολλοί απ’ αυτούς, όπως απαιτούσε το έθιμο της ημέρας, είχαν μαζί τους νηστίσιμα φαγώσιμα τυλιγμένα σε πετσέτες, έστρωναν κάτω στο πάρκο κι έστηναν το δικό τους φαγοπότι.

Ο Μ. Ραχμανίδης στο Καρναβάλι της Ευξεινούπολης, μαζί με κάποιο φίλο από το Στεφανοβίκειο που κατέφτασε απροειδοποίητα ντυμένος …Αραφάτ!

Τις περισσότερες φορές συμμετείχα μόνος μου και όχι πάνω σε κάποιο άρμα, ακόμα και τότε που άρχισε να γίνεται πιο οργανωμένο το Καρναβάλι της Ευξεινούπολης. Παρέα με τους φίλους μου γυρίζαμε στους δρόμους, πετούσαμε χαρτοπόλεμο και κάναμε το καλαμπούρι μας πειράζοντας τον κόσμο. Μια – δυο φορές μόνο ανέβηκα σε άρμα. Η μία ήταν με τους βαρελόφρονες, μαζί με τον Λευτέρη Αλεξίου και άλλους, όπου ψήναμε κρέας και λουκάνικα, τρώγαμε κανένα μεζέ και κερνούσαμε τον κόσμο που παρακολουθούσε την παρέλαση να πιει ένα ποτήρι κρασί. Πίναμε κι εμείς, με κάθε ευκαιρία, στην υγειά τους.

Σε αποκριάτικο άρμα

Από βραδύς την Κυριακή, γινόταν χορός με γαϊτανάκι στο Κρόκιο. Εμείς ξημερώναμε εκεί, και την άλλη μέρα το πρωί, ανάβαμε νωρίς – νωρίς την ψησταριά, παρόλο που ήταν νηστεία, ψήναμε, τσιμπολογούσαμε, και κερνούσαμε κρασί όποιον γείτονα περνούσε απ’ το σπίτι, περιμένοντας ν’ αρχίσει το Καρναβάλι, για να συνεχίσουμε εκεί τη διασκέδαση. Η γυναίκα μου το είχε μια ζωή καημό να βγούμε μαζί στη βόλτα εκείνη την ημέρα, όμως εγώ προτιμούσα να τριγυρίζω ελεύθερα με τους φίλους μου και να κάνουμε την πλάκα μας. Ήμουν το πειραχτήρι της παρέας και δεν μπορούσα το αγγαζάρισμα.

Όταν τελείωνε το γλέντι, τις εποχές που ήμασταν ακόμα ελεύθεροι, πηγαίναμε στις γειτονιές όπου υπήρχε κάποιο ερωτικό ενδιαφέρον και τραγουδούσαμε, κάνοντας καντάδα στις κοπέλες που μας άρεσαν. Αν εκείνες δεν έβγαιναν να τις δούμε, πεισμώναμε, λέγαμε «έτσι είστε; Να κι εμείς!», και αναποδογυρίζαμε τα κάρα που είχαν στις αυλές τους.

Αργότερα άλλαξαν τα πράγματα. Ο κόσμος επισκέπτονταν την Ευξεινούπολη για να παρακολουθήσει το Καρναβάλι, αλλά μετά το τέλος της παρέλασης έφευγε και πήγαινε αλλού να συνεχίσει τη διασκέδαση, όπως γίνεται μέχρι και σήμερα».

Ο Μ. Ραχμανίδης, μετά το Καρναβάλι, στην καφετέρια του Ζαχαρόπουλου στον Αλμυρό

 

Δημήτρης (Τάκης) Πασχαλούδης: «Το βράδυ της τελευταίας Κυριακής της Αποκριάς μαζευόμασταν μεγάλες οικογενειακές παρέες σε συγγενικά σπίτια, αρχίζαμε το φαγοπότι, τραγουδούσαμε, χορεύαμε και ξημερώναμε κάνοντας πολύ ωραία γλέντια. Μασκαράδες απ’ όλες τις γωνιές του χωριού τριγύριζαν στους δρόμους και έμπαιναν στα σπίτια, όπου έβλεπαν φώτα. Οι οικοδεσπότες τους καλοδέχονταν και γίνονταν όλοι μαζί μια παρέα.

Ο Δημήτρης (Τάκης) Πασχαλούδης

Για να μεταμφιεστούμε τότε φορούσαμε ότι βρίσκαμε πρόχειρο, πολλές φορές αλλάζαμε τα ρούχα μεταξύ μας ο ένας με τον άλλο, καθώς δεν υπήρχαν οι έτοιμες σημερινές στολές. Μια φορά ντύσαμε ένα μέλος της παρέας, τον Ισίδωρο Ιωάννου, αρκούδα. Του φορέσαμε ένα γουρουνοτόμαρο που βρήκαμε, κι εγώ ντύθηκα γύφτος. Μουτζουρώθηκα με κάρβουνο, πήρα μια μαγκούρα και χτυπούσα μ’ αυτή την αρκούδα στην πλάτη για να χορεύει. Το γουρουνοτόμαρο ήταν χοντρό και το ξύλο δεν τον πονούσε, έτσι χτυπούσα κι εγώ με δύναμη. Με την ίδια αυτή αμφίεση βγήκαμε την Καθαρά Δευτέρα στην πλατεία του χωριού. Είχαμε ένα γάιδαρο και καλάθια από κείνα που έφτιαχναν οι γύφτοι και παριστάναμε τους αρκουδιάρηδες. Εγώ ανέβαινα καβάλα στο γάιδαρο κι έκανα τον αρχιγύφτο, η αδερφή μου η Θοδώρα ήταν ντυμένη γύφτισσα κι έλεγε τις μοίρες, καθώς διέθετε μια ιδιαίτερη τσαχπινιά και μιλούσε λίγο τα γύφτικα, και τα μικρά παιδιά ήταν ντυμένα κι αυτά γυφτάκια. Ολόκληρη γυφτο-οικογένεια.

Ο Αναγνώστης (Νότης) Δαγλουκιάρης, η Θεοδώρα Πασχαλούδη – Παλιά, ντυμένη τσιγγάνα, και ο Νίκος Ραχμανίδης. Όρθιος στο βάθος, πίσω από την τσιγγάνα, ο Τάκης Πασχαλούδης

Η πλατεία γέμιζε από υπαίθρια μαγαζιά, κάποιοι μαγαζάτορες έφερναν ορχήστρες και κλαρίνα και γίνονταν μεγάλο γλέντι και χορός.

Την Καθαρά Δευτέρα του 1947, μια παρέα τεσσάρων νεαρών βγήκε στην πλατεία του χωριού παριστάνοντας ότι έφτιαχναν χωράφι. Οι δύο απ’ αυτούς έκαναν τα άλογα. Ήταν ζεμένοι με λαιμαριές, κανονικά, όπως τις φορούσαν τα ζώα, είχαν αλυσίδες, πλάστιγγες και όλα τα σχετικά. Πίσω τους είχαν ένα άροτρο, που το κρατούσε ο τρίτος της παρέας, ενώ ο τέταρτος είχε ένα δισάκι με σπόρο σιτάρι κι έκανε το σπορέα, σπέρνοντας μέσα στον κόσμο, την ώρα που οι άλλοι καλλιεργούσαν. Το αλέτρι είχε πίσω μια ρόδα, αντί για υνί, για να μην καρφώνεται στο έδαφος και οργώνει πραγματικά. Όλοι τους ήταν μασκαρεμένοι και είχαν καλά κρυμμένα τα πρόσωπά τους για να μην αναγνωρίζονται. Εκείνος όμως που έκανε τον σπορέα ξεχώριζε από το χαρακτηριστικό του ύψος. Ήταν ο Θεόδωρος Παλιάς, που σκοτώθηκε λίγο καιρό μετά. Ακόμα έχω την εικόνα αυτή στα μάτια μου ολοζώντανη.

Εκείνη την Καθαρά Δευτέρα, κάποια στιγμή έπιασε βροχή και όλοι τρέξαμε να προφυλαχτούμε, άλλοι στην εκκλησία και άλλοι στα γύρω σπίτια, χωρίς να απομακρυνθεί κανένας. Η βροχή σταμάτησε γρήγορα και όλοι επιστρέψαμε στην πλατεία για να συνεχίσουμε το καρναβάλι, τη διασκέδαση και το χορό που γινόταν πια μέσα στις λάσπες. Την άλλη μέρα, αν περνούσες από κει, έβλεπες καθαρά τις πατημασιές, αφού τα πόδια όλων μας βούλιαζαν βαθιά στη λάσπη.

Το καρναβάλι τότε γινόταν με απλά μέσα, χωρίς έξοδα, και όλοι οι χωριανοί, μικροί – μεγάλοι, ακόμα και οι γεροντότεροι, συμμετείχαν σ’ αυτό. Την Καθαρά Δευτέρα την περιμέναμε όλοι με ανυπομονησία, γιατί ξέραμε ότι θα περάσουμε καλά. Θυμάμαι και τη μητέρα μου που συνήθιζε να ντύνεται και να συμμετέχει. Η θέλησή μας ήταν αυθόρμητη, δεν μας πίεζε κανένας, μας είχε γίνει βίωμα.  Όπως μας έλεγαν οι πατεράδες μας, το έθιμο αυτό το έφεραν από τις χαμένες πατρίδες τους, το διατήρησαν εκείνοι, κι εμείς αργότερα.

Τις ημέρες του καρναβαλιού όλοι πίναμε άφθονο κρασί, γιατί γλέντι χωρίς κρασί δεν γίνεται, και το κέφι διατηρούνταν αμείωτο, καθώς οι περισσότεροι Ευξεινουπολίτες είχαν αμπέλια και έβγαζαν ωραία ντόπια κρασιά. Οι άσεμνες εκφράσεις έδιναν κι έπαιρναν με στιχάκια και ατάκες της στιγμής που σκαρώναμε, και ο καθένας μπορούσε να πειράζει τον άλλον, καλοπροαίρετα πάντα, γι’ αυτό και δεν υπήρχε παρεξήγηση.

Όλος ο Αλμυρός και τα περίχωρα μαζεύονταν στην Ευξεινούπολη για να δουν αυτό το πρόχειρο μεν αλλά πολύ ζωνταντό καρναβάλι, στο οποίο μπορούσες να δεις ότι πιο απλό ή ότι πιο τρελό μπορούσε να γεννήσει η φαντασία του καθενός εκείνα τα χρόνια».





Παρακαλούμε κοινοποιήστε το λινκ.