Στα περιθώρια της ιστορίας – Η «ωραία Ελένη» του Αλμυρού, «εξολοθρεύτρια ληστείας»







Βίκτωρ Κων. Κοντονάτσιος

 Ήταν η εβδομάδα των Απόκρεω στα 1852 στον Αλμυρό. Κάπου στο κέντρο της πόλης εδώ και λίγα χρόνια είχε υψώσει το αρχοντικό του ο Κοσμάς Δροσούλης, ο πλουσιότερος την εποχή εκείνη αρχοντονοικοκύρης σ’ όλη την περιοχή Αλμυρού. Λίγα χρόνια πριν είχε έρθει από ένα χωριό της Όρθρης και είχε εγκατασταθεί στον Αλμυρό. Από χρόνια είχε αποκτήσει πολλά και μεγάλα κτήματα στον κάμπο του Αλμυρού. Αμέσως μετά την εγκατάστασή του στον Αλμυρό μεγάλωσε κατά πολύ την κτηματική του περιουσία με νέες μεγάλες αγορές από τούρκους τσιφλικάδες. Όλοι αναρωτιόντουσαν πού βρήκε τόσα χρήματα. Λέγονταν πολλά και διάφορα αλλά κανένας δεν μπορούσε ν’ αποδείξει την αλήθεια γι’ αυτά που έλεγε.

Την εποχή εκείνη η περιοχή της Όρθρης μαστιζόταν από τη ληστεία. Όλοι οι κάτοικοι των ορεινών χωριών και κυρίως οι εύποροι βρίσκονταν στο έλεος των διαφόρων ληστρικών ομάδων. Ο περιφημότερος αρχηγός ληστρικής ομάδας στην περιοχή της Όρθρης ήταν ο καπετάν «Ατρόμητος». Είχε γίνει ο εφιάλτης των καταδιωκτικών αρχών. Κανένα καταδιωκτικό απόσπασμα δεν μπορούσε όχι μόνο να τον εξουδετερώσει αλλά ούτε τα ίχνη του να εντοπίσει. Την ώρα που το καταδιωκτικό απόσπασμα έσπευδε να τον καταδιώξει σε κάποιο συγκεκριμένο μέρος που είχε γίνει ληστεία μάθαινε ότι ο καπετάν «Ατρόμητος» εμφανίστηκε σ’  άλλο μέρος πολλές ώρες μακριά από το πρώτο. Το δυστύχημα ήταν ότι ο «Ατρόμητος» καλυπτόταν και από κάποιους κατοίκους της Όρθρης στους οποίους ήταν συμπαθής. Ο «Ατρόμητος» είχε τη φήμη ότι «χτυπούσε» κυρίως όσους είχαν αποκτήσει πλούτη με όχι τίμιους τρόπους. Αρκετές φορές με τα αποκτήματα της ληστείας βοηθούσε φτωχούς και ανήμπορους, αλλά και εκκλησίες βοηθούσε κάποιες φορές.

Ο Κοσμάς Δροσούλης κατέφυγε στον Αλμυρό και έχτισε το αρχοντικό του στο κέντρο της πόλης για να γλιτώσει από κάποια πιθανή ληστρική επίθεση του «Ατρόμητου». Έτσι έλεγαν οι Αλμυριώτες τότε. Στον Αλμυρό, και μάλιστα στο κέντρο του, ένιωθε ασφαλής και ευτυχής. Την ευτυχία του συμπλήρωσε, μάλλον την ολοκλήρωσε», ο γάμος του με την Ελένη. Κι ήταν η «Ελένη» η ωραιότερη Αλμυριώτισσα της εποχής εκείνης. Γι’ αυτήν είχε πρωτακουστεί ο τοπικός στίχος «Ο ήλιος όταν πρωτοβγεί χτυπάει στα κυπαρίσσια, χτυπάει και μεσ’ στον Αλμυρό πούχ’ όμορφα κορίτσια».

Ασφαλής και ευτυχής, πλουσιότατος άρχοντας ο Κοσμάς Δροσούλης, με μία ωραιότατη και νεαρότατη σύζυγο και ένα πραγματικό αρχοντόσπιτο με πολλά, μεγάλα και φωτεινά δωμάτια, με ιδιαίτερη αίθουσα χορού και άλλη τραπεζαρίας, διοργάνωσε μεγάλη εορταστική εκδήλωση στο αρχοντικό του μια ημέρα των Απόκρεω του 1852. Καλεσμένοι ήταν τα εκλεκτότερα μέλη της υψηλής κοινωνίας του Αλμυρού της εποχής εκείνης.

Μεταμφιεσμένοι ή μη άρχισαν να συγκεντρώνονται στο αρχοντικό του Κοσμά Δροσούλη και να θαυμάζουν τον πλουσιότατο διάκοσμό του. Όλων φυσικά τα βλέμματα στρέφονταν συχνότατα και κάποτε αδιάκριτα στην «Ελένη», που ανταποκρινόταν με περισσή χάρη στα χρέη της οικοδέσποινας.

Πριν αρχίσει το γεύμα και ο χορός και καθώς οι καλεσμένοι εξακολουθούσαν να έρχονται ακόμη παίχτηκαν μερικά προκαταρκτικά παιχνίδια, όπως «ο κόμπος» και άλλα, όπως συνηθιζόταν τότε σε συγκεντρώσεις οικογενειών.

Κάπου στις δώδεκα πέρασαν όλοι στην «αίθουσα εστιατορίου», μία ευρύτατη τραπεζαρία, ν’ απολαύσουν το πλουσιότατο αποκριάτικο γεύμα. Ύστερα από λίγο τα ζευγάρια των χορευτών άρχισαν να στροβιλίζονται στην αίθουσα του χορού. Στις μία μετά τα μεσάνυκτα ο χορός και το κέφι των καλεσμένων βρισκόταν στην αποκορύφωση.

Ξαφνικά ένα ασυνήθιστος θόρυβος έξω στην αυλή απέσπασε την προσοχή των καλεσμένων. Πριν προλάβουν να καταλάβουν τι γίνεται, στην αίθουσα του χορού εμφανίστηκε μία ομάδα δέκα περίπου ατόμων άγριων στην όψη, γενειοφόρων, με μαύρες φουστανέλες, οπλισμένων με όπλα και χαντζάρες. Αρχικά όλοι νόμισαν ότι ήταν κάποιοι μεταμφιεσμένοι, αν και η εμφάνιση και η ώρα δεν ήταν κάτι αναμενόμενο.

Γρήγορα όμως αντιλήφθηκαν ότι κάτι επικίνδυνο γινόταν και όλοι, άνδρες και γυναίκες, στριμώχτηκαν σε μια γωνιά της αίθουσας. Μαζί τους τρέμοντας μαζεύτηκε και ο Κοσμάς Δροσούλης. Μόνο η Ελένη παρέμεινε, διατηρώντας την ψυχραιμία της, στη θέση της.

Τότε ο ένας της ομάδας των φουστανελοφόρων βγήκε πιο μπροστά. Φαινόταν ο λιγότερο άγριος απ’ όλους. Άρχισε να μιλάει. Η ομιλία του, το ύφος του, το λεξιλόγιό του έδειχναν ότι είχε κάποια καλλιέργεια πνευματική και γνώριζε τρόπους ευγενικής συμπεριφοράς. Κάλεσε επανειλημμένα τον κύριο Δροσούλη να βγει δυο βήματα μπροστά από τους υπόλοιπους στριμωγμένους και τρομαγμένους καλεσμένους και όταν επιτέλους αυτό έγινε, είπε:

– Απευθύνομαι σε σας κύριε Δροσούλη, διότι για σας και μόνο ήλθαμε. Πιστεύω ότι καταλάβατε ποιος είμαι, έστω κι αν ήσαστε βέβαιος ότι δεν θα συναντιόμαστε ποτέ. Ναι, εγώ είμαι ο «Ατρόμητος». Ήρθα να λογαριαστούμε. Δεν κινδυνεύετε ούτε σεις, ούτε οι καλεσμένοι σας εάν δεν κάνετε κάποια ανοησία. Γνωρίζω καλά ότι έχετε μία περιουσία εκατό χιλιάδων δραχμών. Θα μου δώσετε τις εξήντα χιλιάδες και θα φύγουμε χωρίς κανείς σας να πάθει το παραμικρό. Βλέπετε ότι δεν είμαι υπερβολικός. Οι υπόλοιπες σαράντα χιλιάδες παραμένουν δικές σας.

Ο Κοσμάς Δροσούλης, βρίσκοντας κάπως την ψυχραιμία του, μπόρεσε να αρθρώσει λίγα λόγια και να πει ότι τέτοιο μεγάλο χρηματικό ποσό δεν έχει διαθέσιμο και ζήτησε τριών ημερών προθεσμία ώστε παίρνοντας δάνειο, έναντι της κτηματικής περιουσίας του, να συγκεντρώσει το ποσό αυτό και να του το παραδώσει όπου και όπως αυτός ορίσει.

Ο «Ατρόμητος» συμφώνησε αμέσως λέγοντας:

– Συμφωνώ. Χρειάζομαι όμως κάποιο ενέχυρο για να είμαι ασφαλής. Η κυρία Ελένη θα έχει την καλοσύνη να μας ακολουθήσει. Σας εγγυώμαι ότι δεν θα πάθει το παραμικρό, θα είναι ασφαλής και θα περνάει σα στο σπίτι της και ακόμα καλύτερα. Σε τρεις ακριβώς ημέρες θα σας επισκεφθεί άνθρωπός μου, θα του παραδώσετε το ποσόν που συμφωνήσαμε και θα παραλάβετε τη σύζυγό σας. Σε αντίθετη περίπτωση θα σας σταλεί το κεφάλι της.

Παρ’ όλες τις αντιδράσεις και τους δισταγμούς όλων τελικά η Ελένη ακολούθησε τον «Ατρόμητο» και την ομάδα του.

Φεύγοντας ο «Ατρόμητος» προειδοποίησε: «Η ώρα είναι μία. Για μία ολόκληρη ώρα, μέχρι τις δύο, δεν θα κάνετε κανείς σας το παραμικρό και δεν θα κινηθείτε  από τις θέσεις σας. Διαφορετικά η Ελένη θ’ αποκεφαλισθεί».

Έτσι και έγινε. Στις δύο ακριβώς άρχισαν να σκέπτονται τι έπρεπε να κάνουν. Δεν συμφώνησαν σε τίποτε. Το πρωί όλοι στον Αλμυρό μιλούσαν για την απαγωγή της «Ωραίας Ελένης» του Αλμυρού και το πρωτοφανές θράσος του «Ατρόμητου».

Ο Κοσμάς Δροσούλης, γεμάτος αγωνία, έχοντας συγκεντρωμένες τις εξήντα χιλιάδες, περίμενε τον αποσταλμένο του «Ατρόμητου». Πέρασε η τρίτη όμως ημέρα και ούτε αποσταλμένος φάνηκε, ούτε κάποιο μήνυμα ήρθε. Κακές υποψίες έζωσαν τον Δροσούλη. Πέρασε και τέταρτη ημέρα χωρίς κάποιο νέο. Απόλυτη σιωπή. Πέρασε και η πέμπτη επίσης χωρίς κάποια είδηση. Μάταια περίμενε με τις εξήντα χιλιάδες δραχμές στα χέρια του ο Κοσμάς. Αναγκάστηκε να ζητήσει τη συνδρομή των στρατιωτικών αποσπασμάτων.

Τα αποσπάσματα όργωσαν για τρεις ολόκληρες εβδομάδες ολόκληρη την Ὀρθρη χωρίς να εντοπίσουν το παραμικρό ίχνος ούτε κάποια πληροφορία να πάρουν. Αναγκάστηκαν να επιστρέψουν άπρακτα. Πέρασαν μήνες, πέρασε χρόνος. Ο καπετάν Ατρόμητος όχι μόνο δεν έκανε κάποια νέα εμφάνιση αλλά ούτε το όνομά του δεν ακούστηκε σ’ ολόκληρη την Όρθρη.

Οι διαδόσεις, οι ιστορίες και οι φήμες έδιναν κι έπαιρναν στον Αλμυρό. Ο σκοπός της παράτολμης ενέργειας του «Ατρόμητου» δεν ήταν τα πλούτη του Δροσούλη αλλά η Ελένη, έλεγαν κάποιοι. Ο «Ατρόμητος» από χρόνια αγαπούσε την Ελένη, έλεγαν άλλοι. Μεταμφιεσμένος άλλες φορές σε παπά και άλλες φορές σε γυρολόγο είχε έρθει στον Αλμυρό όταν η Ελένη ήταν ακόμη κορίτσι και την συναντούσε κρυφά, διέδιδαν μερικοί. Την γνώριζε πριν ακόμη έρθει στον Αλμυρό όταν ζούσε πάνω στην Όρθρη. Γνώριζε η Ελένη τι θα γινόταν και γι’ αυτό ενώ όλοι τρομοκρατήθηκαν όταν είδαν τους ληστές μόνο αυτή έμεινε ψύχραιμη. Γιατί άραγε ο «Ατρόμητος» είπε στον Δροσούλη «ήρθα να λογαριαστούμε»; Τι λογαριασμούς είχαν μεταξύ τους;

Ωστόσο όλοι κοίταζαν τις δουλειές τους και η ζωή συνεχιζόταν στον Αλμυρό. Ο Κοσμάς Δροσούλης, ψυχικό ερείπιο, κλείστηκε στον εαυτό του χωρίς να έχει επαφή ή επικοινωνία με κανένα. Όλες οι διαδόσεις που ακούγονταν στον Αλμυρό έφταναν ως τ’ αυτιά του. Όμως δεν έλεγε τίποτε σε κανένα.

Ύστερα από χρόνια κάποιος του είπε ότι ένας άγνωστος, που την γυναίκα του την έλεγαν Ελένη, είχε αγοράσει από έναν Τούρκο ένα ολόκληρο χωριό, αρκετά μακριά από τον Αλμυρό και ζούσε εκεί ως τσιφλικάς. Τότε μόνο, στο άκουσμα Ελένη, σήκωσε προς τον πληροφοριοδότη ο Κοσμάς και τον είδαν να δακρύζει.

Εκείνο πάντως πού ήταν αληθινό για τους κατοίκους του Αλμυρού και της περιοχής του ήταν το γεγονός ότι ο φόβος και ο τρόμος όλων, ο φοβερός «καπετάν Ατρόμητος» από την ημέρα της αρπαγής της «Ωραίας Ελένης», δεν έκανε την εμφάνισή του στην περιοχή και αποκαταστάθηκε η ηρεμία. Η «Ωραία Ελένη» του Αλμυρού εξολόθρευσε με τον τρόπο της τη μεγαλύτερη ληστρική ομάδα της περιοχής, που δεν είχαν κατορθώσει να εξουδετερώσουν για χρόνια πολλά τα καλύτερα καταδιωκτικά αποσπάσματα. Οι Αλμυριώτες συμπαθούσαν βεβαίως τον Κοσμά Δροσούλη για το πάθημά του ευγνωμονούσαν όμως και την «Ωραία Ελένη» τους για τη μεγάλη ευεργεσία που πρόσφερε στην περιοχή τους.

Σημείωση: Τα παραπάνω γεγονότα είναι όλα αληθινά. Τα ονόματα των ανθρώπων είναι όλα πλαστά, εκτός της «Ελένης» που είναι πραγματικό. Υπήρξε και μία άλλη πραγματική Ελένη, πάλι Αλμυριώτισσα, και πάλι πολύ ωραία και πάλι με μια ενδιαφέρουσα ιστορία αγάπης, που ίσως τη δούμε κάποια άλλη φορά.





Παρακαλούμε κοινοποιήστε το λινκ.