Προσκύνησα στην Πόλη «ξεχνώντας» τη στολή μου







του Γιώργου Τσιντσίνη

 Από μικρό παιδί, ειδικότερα μετά τη θητεία μου στο Στρατό, όταν φίλοι και γνωστοί με προέτρεπαν για μια εκδρομή – προσκύνημα στην απέναντι πλευρά του Αιγαίου, αρνιόμουν και δήλωνα -χωρίς καμιά έπαρση- ότι «εγώ θα πάω απέναντι μόνο με στολή».

Πάντοτε, όταν αναφερόμουν στη Μικρασία, (Σμυρνιός και από τους δυο παππούδες μου), στην πλάτη μου ένοιωθα τον οξύ πόνο που άφησαν οι βουρδουλιές των Τούρκων.

Τον ίδιο οξύ πόνο ένοιωθα διαρκώς και τις τέσσερις αυτές μέρες στην Κωνσταντινούπολη.

Και βεβαίως, οι βουρδουλιές αυτές δεν έπεσαν ποτέ στις δικές μου πλάτες.

Έπεσαν όμως στις πλάτες του παππού -που μου έδωσε το όνομά του- όταν, 18χρονο παλικαράκι, πιάστηκε αιχμάλωτος, στην προκυμαία της Σμύρνης, την ώρα που η φωτιά έκανε στάχτη την αρχόντισσα – πόλη της Ιωνίας.

Όταν ήμουν μικρό παιδί, η αλήθεια είναι ότι δεν άκουσα ποτέ παραμύθια, με κακές μάγισσες και φοβερούς δράκους ή με καλές νεράιδες και γενναία πριγκιπόπουλα.

Κακές μάγισσες και φοβεροί δράκοι ήταν, από τότε για μένα (και πολλούς σαν κι εμένα), οι Τσέτες κι ο Κεμάλ, οι Γερμανοί και ο φον Σάντερς, οι Εγγλέζοι κι οι Ιταλοί, ο Γούναρης κι ο Στεργιάδης.

Καλές νεράιδες, η Ελλάδα κι η Βαγγελίστρα που έσωσε τον παππού μου. Γενναία πριγκιπόπουλα, ο Χρυσόστομος κι ο Μαύρος Καβαλάρης, (ο Πλαστήρας, ο «Καρά Σεϊτάν», όπως τον αποκαλούσαν έντρομοι οι Τούρκοι), αλλά κι ο Βενιζέλος (παρά και τα δικά του λάθη).

Όσο μεγάλωνα, κληρονόμησα και την ανοιχτή πληγή των παππούδων μου για τον τόπο, το βιός και την τιμή που έχασαν «απέναντι», το 1922.

 

Αυτά μέχρι την περασμένη βδομάδα, που -μετά από 60 χρόνια ζωής-πείστηκα τελικά για μια 4ημερη εκδρομή – προσκύνημα στην Κωνσταντινούπολη.

Για ποιους λόγους;

1) Η σύνθεση της εκδρομικής παρέας ήταν τέτοια που με ενθάρρυνε. Εκλεκτοί συμπολίτες, ανάμεσά τους αγαπημένοι φίλοι και φίλες, μου προεξοφλούσαν καλή παρέα στις συγκινήσεις.

2) Ο βασικότερος λόγος για μένα ήταν πάντως το προσκύνημα στην Αγια-Σοφιά, κάτι σαν εσωτερική ανάγκη -τελικά- για όποιον νιώθει Έλληνας. Έτσι, άλλαξε τον ψυχισμό μέσα μου, παρωθώντας με να το κάνω, όσο ακόμη με κρατούν τα πόδια μου και πριν το γήρας έρθει και γίνει απαγορευτικό. Άλλωστε, για τη …στολή, «πέρασε πια η μπογιά μου», όπως θα ‘λεγε κι ο συχωρεμένος ο παππούς.

Παρά ταύτα βέβαια, έκανα την αποκοτιά, όταν κάποια στιγμή βρέθηκα αποκομμένος με δυο άλλους φίλους της εκδρομής, να ψάλλω το «τη Υπερμάχω», σε μια γωνιά του πρόναου, καθώς περνούσαν από μπροστά μου όλες οι φυλές της Γης (που με κοιτούσαν περίεργα), για να γνωρίσουν από κοντά αυτό το μνημειώδες έργο του Βυζαντινού Ελληνισμού.

 

ΒΕΒΗΛΩΣΕΙΣ

Οι Τούρκοι έχουν ρίξει πάνω στην Αγία Σοφία όλη τη χοντροκομμένη τους προπαγάνδα, σε μια αποτυχημένη και διαρκή απόπειρά τους να διαστρεβλώσουν την ιστορική αλήθεια.

Τα άλλα Ελληνορθόδοξα μνημεία που στέκονται όρθια, ακόμη και το ίδιο το Πατριαρχείο, είναι κρυμμένα σε παράδρομους, πίσω …από πιτσαρίες, σουβλατζίδικα και ..νεκροταφεία, έτσι ώστε να είναι αδύνατον να τα επισημάνεις και να τα επισκεφθείς, αν δεν έχεις μαζί σου κάποιο οδηγό.

Ακόμη και στο θαλάσσιο περίπατο μέσα στο Βόσπορο, η Αγία Σοφία είναι διαφορετικά φωτισμένη, πιο υποτονικά και υποβαθμισμένα, σε σχέση με τα μεγάλα τζαμιά τους, όπου κυριαρχεί γενικότερα μια κακόγουστη και χύδην επίδειξη πλουτισμού, χωρίς την αρμονία, την καλαισθησία και την αξιοπρέπεια που αναδύουν οι δικές μας εκκλησίες, που οι λιγοστοί πια Έλληνες της πόλης και οι δωρητές πασχίζουν να κρατήσουν όρθιες.

ΑΝΑΠΑΝΤΗΤΑ ΓΙΑΤΙ;

Μάθαμε πως 15.000 τουρίστες επισκέπτονται καθημερινά την Αγια-Σοφιά και την περασμένη Παρασκευή ήμασταν κι εμείς οι 40 Αλμυριώτες ανάμεσα σ’ αυτούς.

Σε κάθε γωνιά του μεγαλοπρεπούς και ανεπανάληπτου Ναού οι Οθωμανοί προσπάθησαν ν’ αφήσουν και τη δική τους σφραγίδα, με άσχετα και υπερφίαλα αραβουργήματα και επιγραφές, ανίκανα όμως να επισκιάσουν αυτό το θαύμα της Ορθόδοξης πίστης και της Βυζαντινής μεγαλοπρέπειας, που έκανε τα μάτια μας να βουρκώνουν και την ψυχή μας να σφίγγεται από τα αναπάντητα «γιατί».

Οι κατακτητές φέρθηκαν σαν κάτι χειρότερο δηλαδή, από το να μπαίνουν εισβολείς στο σπίτι σου και (ανάμεσα στα άλλα αίσχη) να σου μουντζουρώνουν με ασχήμιες τους τοίχους, προκλητικά και βάναυσα.

Ακόμη κι εκεί που προσπάθησαν να αντιγράψουν, ορθώνοντας τους δικούς τους ναούς λατρείας, στις περισσότερες περιπτώσεις, το έκαναν άτσαλα.

Κατά τα άλλα, εκτός από τη μαγευτική κρουαζιέρα στο Βόσπορο, σημαντική ήταν ξενάγησή μας στα Σουλτανικά Ανάκτορα, τον Βυζαντινό Ιππόδρομο (ό,τι έχει απομείνει από τις κλοπές και τις δηώσεις Σταυροφόρων και Οθωμανών), τη μεγαλοπρεπή και αξεπέραστη συναισθηματικά κατασκευή της Αγίας Σοφίας, το Υδραγωγείο του Ιουστινιανού. Κατόπιν, πολλές κυρίες έβγαλαν τα καταναλωτικά τους …απωθημένα στη μεγάλη σκεπαστή αγορά της Πόλης, το Καπαλί Τσαρσί, με τα 4.000 καταστήματα. Δυο βράδια διασκεδάσαμε σε νυχτερινά κέντρα με οριεντάλ μουσική, χανουμάκια και τούρκικες κομπανίες.

Την Τρίτη μέρα, περάσαμε στην ασιατική πλευρά της Πόλης, πήραμε το καραβάκι και περιηγηθήκαμε στα καταπράσινα Πριγκηπόνησα. Στην Πρίγκηπο πολλοί έκαναν βόλτα περιήγησης με τα γραφικά παϊτόνια, όπου θαύμασαν τις αρχοντικές ξύλινες επαύλεις με τους ολάνθιστους κήπους.

Την μέρα της αναχώρησης επισκεφθήκαμε τη Μονή της Χώρας (που σήμερα είναι επίσης μουσείο), με τα μοναδικά ψηφιδωτά και τοιχογραφίες, που χρονολογούνται από τον 14ο αιώνα. Εκεί, μας συγκλόνισε το βλέμμα του Παντοκράτορα, που δεσπόζει στην πύλη του κυρίως ναού. Στο μακρύ διάδρομο του πρόναου, είναι έτσι φτιαγμένο το συγκεκριμένο ψηφιδωτό, που το βλέμμα του Κυρίου σε ακολουθεί, σαν να στρέφει το λαιμό του, όπου κι αν σταθείς -αριστερά, δεξιά ή στο κέντρο- και σε κοιτάζει κατευθείαν στα μάτια.

Επισκεφθήκαμε τη Μονή Βλαχερνών, ψάλλαμε όλοι μαζί το «Τη Υπερμάχω» και στη συνέχεια παρακολουθήσαμε λίγη από τη Θεία Λειτουργία στην καρδιά της Ορθοδοξίας, το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Λίγο πριν προσκυνήσαμε στη Μονή της Ζωοδόχου Πηγής (Μπαλουκλί), που διακονείται από τρεις μοναχές, οι οποίες έρχονται ανά τρίμηνο εκ περιτροπής από την Ελλάδα. Εκεί ήπιαμε από το Αγίασμα της Πηγής, είδαμε τα ψάρια της σχετικής παράδοσης της Άλωσης και τους τάφους των Πατριαρχών.

Φεύγοντας από την Πόλη, περάσαμε και ψωνίσαμε από την Αιγυπτιακή αγορά των Μπαχαρικών.

Το γεύμα της επιστροφής, αφήσαμε να γίνει επί Ελληνικού εδάφους, στην Αλεξανδρούπολη, αργά απόγευμα Κυριακής. Εκεί απολαύσαμε επιτέλους Ελληνικό φαγητό.

Οι Τούρκοι πολλοί καλοί στον αρνίσιο γύρο τους και γενικότερα στα ψητά τους κρέατα και αξεπέραστοι στα σιροπιαστά και τα λουκούμια τους. Δεν χρησιμοποιούν όμως στην κουζίνα τους το προσφιλές μας ελαιόλαδο (το σπορέλαιο εκεί πάει …σύννεφο) δεν σου σερβίρουν λεμόνι, οι τομάτες σερβίρονται με το …σταγονόμετρο, ο καφές δεν συνοδεύεται από νερό και το αλκοόλ (έστω μια μπύρα) είναι σπάνιο και πανάκριβο, κατά τα μουσουλμανικά ειωθότα.

 

ΟΙ …ΠΑΣΜΙΝΕΣ

Αν κάποιος από τους εκδρομείς ήθελε να κοιμηθεί και να ξεκουραστεί, σε όλη τη διάρκεια αυτού του κοπιαστικού ταξιδιού, έγκαιρα θα αντιλαμβανόταν, ότι μπήκε σε …λάθος πούλμαν. Αλλά ευτυχώς κανείς δεν αποδείχτηκε …ξενέρωτος.

Η μισή εκδρομή εκτυλίχθηκε κάτω από ραγδαία βροχή, αλλά αυτό ουδόλως πτόησε κάποιον από μας. Με ιέρεια του πηγαίου γέλιου, τη συνήθως «ύποπτη» Ελένη Καλλέ (ο Θεός να την έχει πάντα καλά), αλλά και με άξιους βοηθούς τους ταλαντούχους Δημήτρη Πρέντζα και Κώστα Μασούρα, τα ανέκδοτα και τα χωρατά δεν είχαν τελειωμό και εκμηδένιζαν την κούραση και τη ρουτίνα του απέραντου δρόμου, στο πήγαινε – έλα.

Η Μίνα Τελκή και το πρακτορείο της είχε την άρτια διοργάνωση. Ήταν η ίδια διαρκώς μαζί μας, μας εξασφάλισε Έλληνα Κωνσταντινουπολίτη για ξεναγό, έναν οδηγό – τζιμάνι στο πούλμαν του ΚΤΕΛ Μαγνησίας που μας μετέφερε. Αποδείχτηκε τελικά αξιόπιστη λύση, για να δεις αυτά που πρέπει, σε μια γιγάντια πόλη 18 εκατομμυρίων κατοίκων.

Η Έφη Καλομοίρη – Παληά ήταν διαρκώς με την κάμερα στο χέρι και σ’ αυτή χρωστάμε τις φωτογραφίες του ρεπορτάζ.

Η δροσερή παρέα των κοριτσιών (κάθε ηλικίας) στα πίσω καθίσματα, έδινε διαρκώς το δικό της «σόου», υπηρετώντας την ανάγκη όλων μας να ξεφύγουμε από τη γκρίζα καθημερινότητα, να ξεσκάσουμε λίγο, να γελάσουμε, να χορέψουμε και να αστειευτούμε.

Με μια διάθεση σπάνιου και πηγαίου αυτοσαρκασμού, κατά την επιστροφή, πολλές από τις κυρίες, αφού τις προηγούμενες μέρες είχαν…εξαντληθεί να αγοράζουν πασμίνες με το χιλιόμετρο (για τις ίδιες και ως δωράκια για τις συγγένισσές τους), τις φόρεσαν μέσα στο πούλμαν, αλά Τούρκα, μαντίλα και ..μπούργκα.

Ο Σπύρος Μωυσίδης ντύθηκε Σουλεϊμάν και ο Δημήτρης Πρέντζας Χουσεΐν, το …χαρέμι τους ήταν ήδη έτοιμο κι άρχισαν να γυρίζουν μέσα στο πούλμαν για τις ατομικές φωτογραφίσεις κι ένα υποθετικό ….μεροκάματο. Εύκολα καταλαβαίνετε, επομένως, το παραλυτικό -και συνάμα λυτρωτικό- γέλιο που έπεσε.

Παρεμπιπτόντως, τις πασμίνες τις βρήκαμε φτηνότερες στην Αλεξανδρούπολη, όπως και τα φημισμένα μεταξωτά του Σουφλίου.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Το «Γιώργο, Γιώργο…» που μου φώναζαν διαρκώς οι Τούρκοι μικροπωλητές (όλους τους Έλληνες …Γιώργο τους φωνάζουν), όπως και το «μπατζανάκη, μπατζανάκη», μπορείς να τα αγνοήσεις. Μπατζανάκια δεν θα γίνουμε ποτέ, γιατί είναι πολύ το Ελληνικό αίμα που έχυσαν άδικα και πάντοτε ίσως θα μας χωρίζει.

Το καλό αυτών των εκδρομών, όμως, που μάλιστα κρύβουν συναίσθημα, δεν είναι μόνο ότι γνωρίζεσαι και δένεσαι με τους συνταξιδιώτες, κάνοντας νέους φίλους. Δεν είναι η διασκέδαση και μια γενική ανάγκη φυγής, που σε σμίγει με τους άλλους. Ούτε οι ατέλειωτες συζητήσεις και τα προσκυνήματα, που σε κάνουν κάτι παραπάνω να μαθαίνεις από την Ιστορία σου.

Είναι όλα τα παραπάνω και πολλά άλλα, που με κάνουν να λέω -ως επίλογο- ότι άξιζε τον κόπο, καλά έκανα και έκαμψα τις αντιρρήσεις μιας ζωής, τολμώντας τελικά ένα προσκύνημα στην Πόλη.

Στο κάτω – κάτω δόθηκε η μοναδική ευκαιρία να συναντηθεί το βλέμμα μου μ’ εκείνο του «σκλαβωμένου» Παντοκράτορα, για λίγες στιγμές.

Αλλά νομίζω ότι, από εδώ και πέρα, αυτό το Θεϊκό βλέμμα το έφερα πίσω μαζί μου και θα το κουβαλάω μέσα μου για όλη την υπόλοιπη ζωή μου.





Παρακαλούμε κοινοποιήστε το λινκ.