Θανάσης Καραντούρος – Ένας θρύλος της Κοινωνίας και των Γηπέδων







Υπήρξε μια ολόκληρη ιστορία, ένα κινητό μουσείο, για τον αθλητισμό του Αλμυρού. ένα παρελθόν γεμάτο δράση. Αεικίνητος, ζωηρός, φωνακλάς μα πάνω απ’  όλα εργασιομανής. Όλα στην ώρα τους, στην εντέλεια. Οι ενδυμασίες των αθλητών στη γνωστή θέση, τα παπούτσια ξεσκονισμένα και βαμμένα, φρόντιζε γι’  αυτό και η κυρά του. Το τσάι ζεστό τις παγερές μέρες του χειμώνα και το δεύτερο ζευγάρι κάλτσες έτοιμο να ζεστάνει τα μουσκεμένα και παγωμένα πόδια των αθλητών, όταν θα χρειαζόταν. Δεν υπήρχε κούραση, μα κι αν υπήρχε ξεπερνιόνταν το ζόρι παρέα με τον αδελφό του και τη κυρά του. Και το μεγάλο ζόρι ήταν κάθε Παρασκευή, όταν θα γίνονταν οι γραμμές για το παιχνίδι της Κυριακής. Και οι γραμμές για να γίνουν θα έπρεπε να ακολουθηθεί μια επίπονη διαδικασία. Χρειαζόταν νερό, πολύ νερό από το χαμηλό πηγάδι του γηπέδου, απομεινάρι μιας άλλης εποχής, της εποχής των προσφύγων από Μικρά Ασία, εφόσον το στάδιο βρίσκεται στη μικρασιάτικη γειτονιά. Και αφού περνούσαν πρώτα με το ποτιστήρι από πάνω το ίχνος στη συνέχεια κουβαλούσαν, κάπου εκατό μέτρα μακριά, τον ασβέστη, για να τον ρίξουν από πάνω και να γίνει η κρούστα άσπρη, κάτασπρη, για να φαίνονται η μεγάλη περιοχή, η μικρή, οι πλάγιες γραμμές μα προπάντων το πέναλτι, «μήπως και τη Κυριακή είμαστε τυχεροί και μας δώσει κανένα ο διαιτητής».  Κι η κούραση αυτή της Παρασκευής λιγόστευε όσο έβλεπαν τη δουλειά να τελειώνει και αργά, κατά το σούρουπο, σιγά-σιγά, με τη κυρά στο πίσω κάθισμα του ποδηλάτου κατευθύνονταν προς το σπίτι, για να ξεκουράσουν το κορμί τους από την ένταση της ημέρας. Το ίδιο σκηνικό για 40 χρόνια παρέα με την αγαπημένη του Γραμματή και τον αδελφό του Γιώργο. Ο αείμνηστος πλέον Θανάσης Καραντούρος υπήρξε ένας θρύλος για τη πόλη μας, για τον αθλητισμό μας, για το Γυμναστικό Σύλλογο αν και δεν έπαιξε ποτέ μπάλα. Ένας θρύλος με τα γνωρίσματα του καταπιεσμένου, του υποτακτικού, αλλά ποτέ υστερόβουλου, μνησίκακου, εκδικητικού. Μεροδούλι- μεροφάι. Μέσα σε μια μίζερη και πολλές φορές άχαρη ζωή αναγκάζονταν να πουλήσει φτηνά την εργατική του δύναμη στη μοναδική δουλειά που είχε με το φόβο πάντα πως, αν τον απέλυαν τα πράγματα θα γίνονταν πολύ δύσκολα.

Γεννήθηκε το 1921 στον Αλμυρό, 4 χρόνια μετά τον αδελφό του Γιώργο. Μεγάλωσε στα «κοντοσταθέικα», πήγε τρεις τάξεις στο παλιό Δημοτικό, επί της Αχιλλέως, εκεί  που κάποτε ήταν το ΚΤΕΛ και τρεις στο νέο σχολείο, σήμερα 4ο Δημοτικό. Δούλεψε μεροκάματο, μάζεψε και πούλησε χόρτα, εργάστηκε και στη κατασκευή του αεροδρομίου. Στο στρατό δεν πήγε, γιατί όταν ήλθε η σειρά του το 1942 γίνονταν πόλεμος. Μετά το πόλεμο πήγε στο Βόλο και εργάστηκε στο φούρνο του Παπαϊωάννου, κάπου στη μικρή πλατειΐτσα, στα Παλιά. Τη νύχτα δούλευε στο φούρνο και τη μέρα πουλούσε κουλούρια. 15 ολόκληρα χρόνια την ίδια δουλειά. Γυρίζοντας στον Αλμυρό γνώρισε τη Γραμματή Μάμμου την οποία και παντρεύτηκε στον Ευαγγελισμό με τις ευχές του παπά-Σπύρου, τα Χριστούγεννα του 1958. Η μητέρα του , η «κυρία-Αγλαΐα», κορίτσι Τουρναβίτη, τον αφήνει κληρονομιά, από τη νονά του Άννα Παπανικολάου το οικόπεδο όπου μέχρι χθες έμενε. Στην αρχή ζούσε στο παλιόσπιτο που είχε μέσα το οικόπεδο, αλλά μετά τους σεισμούς του 1980 ζούσε στο καινούργιο με το γιο του Γιώργο, τη νύφη του Χριστίνα, που τον φρόντιζε και τα τρία εγγόνια του.

Τη δουλειά του Βόλου κάνει και στον Αλμυρό. Πουλά κουλούρια και τυρόπιτες στο πρακτορείο του ΚΤΕΛ, στα σχολεία, στη λαϊκή, στη πλατεία μπροστά στην Εθνική Τράπεζα κ.α. Οι Αλμυριώτες τον αγαπούν, τον τιμούν και τον βοηθούν παίρνοντας ζεστά κουλούρια με κασέρι. Έβαζε κάρβουνα κάτω από το καρότσι σε ειδική κρύπτη και τα κρατούσε πάντα ζεστά, όπως και τις τυρόπιτες. Τις Κυριακές πουλούσε το «εμπόρευμά του» στο Στάδιο, όταν γινότανε ποδοσφαιρικός αγώνας ή κάτι άλλο, γυμναστικές επιδείξεις, Κρόκια κλπ. Κάπου το 1965 τον πλησιάζει ο τότε Πρόεδρος του ΓΣΑ Συμβολαιογράφος Θανάσης Γιωτόπουλος και τον προτείνει «να φροντίζει αυτός την ομάδα, να πλένει τις στολές, να φτιάχνει τις γραμμές και να πουλά τη πραμάτεια του. Μόνος αυτός στο χώρο του Σταδίου». Δέχεται και από τότε μέχρι πριν λίγο, 40 περίπου χρόνια, δούλευε για το Γ.Σ και το Στάδιο.

«Ο Αλμυρός, μας έλεγε, είχε δυο ομάδες. Τον «Αχιλλέα» και τον «Αστέρα». Στον «Αστέρα» έπαιζαν ο Κώστας Λαζάρου, ο Μήτσιος Μπόσγας, ο Νίκος Κρικελάς, ο Γιώργος Αλεξογιανόπουλος, ο Γιάννης Παρίσης κ.α. Μαζεύονταν και προπονούνταν στην αλάνα, στα «αγραφιωτέικα», κάπου εκεί κοντά στο 3ο Δημοτικό, ενώ η ομάδα του «Αχιλλέα» έπαιζε στο γήπεδό της, που ήταν στα «μικρασιάτικα», στο πάρκο πάνω από το Στάδιο. Αργότερα η οικογένεια Αργυρόπουλου και συγκεκριμένα ο Δημήτρης δώρισε έκταση 70 στρεμμάτων περίπου «για να αθλείται η νεολαία του Αλμυρού» και έγινε το Στάδιο».

Ο αδελφός του ο Γιώργος έπαιξε μπάλα και μάλιστα καλή, «ήταν ο φόβος και ο τρόμος των γηπέδων και τον αποκαλούσαν «πατέρα» και «αρνάρι», γιατί τους μάζευε όλους σαν κλώσα από τα καφενεία και από τις δουλειές, για να παίξουν μπάλα και γιατί δεν σταματούσε ποτέ το στόμα του, δούλευε σαν το αρνάρι. Εργαζόταν από ‘δω κι από ‘κει μέχρι που πιάστηκε ως μάγειρας στην Αστυνομία. Πολλές φορές μάλιστα τους παρατούσε, γιατί το έσκαζε και πήγαινε για μπάλα. Μια φορά, όπως μας είπε, παράτησε πάνω στη φωτιά το σπανακόρυζο και πήγε για μπάλα. Αυτό κόλλησε και για μια ολόκληρη μέρα προσπαθούσαν Αστυνόμος και Χωροφύλακες να ξεκολλήσουν το καζάνι. Ο Γιώργος είχε γίνει άφαντος. Μετά μερικές μέρες τον ξαναπήραν, γιατί είχαν μείνει θεονήστικοι. Ο Γιώργος έπαιξε πολλά χρόνια μπάλα. Είχε συμπαίκτες το Στέφανο Μητσογιάννη, το Στέφανο Παλιά, τον Κώστα Τσιρώνη, το Γιώργο Ξιφάρι, τον τερματοφύλακα Χρήστο Σάρο κ.α. Τότε η ομάδα έπαιζε στη Γ΄ κατηγορία και «τρώγονταν» με τις Βολιώτικες Ολυμπιακό και Μαγνησιακό. Προπάντων, όμως, «τρώγονταν» με το Βελεστίνο. Μια φορά τότε με τον εμφύλιο όταν υπήρχε στρατός στον Αλμυρό ο Γιώργος, θα μας πει, κατάφερε να κατεβάσει τους στρατιώτες με τα τάνκς στην αλάνα να παίξουν μπάλα και πράγματι έπαιξαν».

40 χρόνια δουλειά στο Γήπεδο ο αείμνηστος «κυρ-Θανάσης». Ξεκίνησε με 1000 δρχ και έφτασε τις 70 χιλ. Τελευταία ζούσε με σύνταξη 500 ευρώ, δύσκολα. Δεν μπορούσε να ξεχάσει, όλα αυτά τα χρόνια, την κούραση της Παρασκευής και το ζόρι που τραβούσαν να ξεμπλέξουν τα αρνάκια του μπαρμπα-Βαγγέλη από τα δίχτυα, να κόψουν και ράψουν τα δίχτυα και να τα καθαρίσουν από το μαλλί. Και αυτό γιατί ο μπάρμπα-Σπύρος Καλογήρου είχε κάνει συμφωνία να βόσκουν πρόβατα στο γήπεδο.

«Η καλύτρη περίοδο της ομάδας, έλεγε, ήταν τότε με το Βασίλη το Βασιλάκο, το Νίκο Μιχέα, τον Αχιλλέα Ριζόπουλο, το Μήτσο Ζάμπα, τον Κουτσοκώστα κ.α.». τους παίκτες τους θυμόταν όλους και τους έκρινε καλόπιστα. Σε εκείνος που σταματούσε ιδιαίτερα και δάκρυζε ήταν ο αείμνηστος Παναγιώτης Ρουμελιώτης. «Παιδί μάλαμα, έλεγε, τέτοιος ποδοσφαιριστής δεν ξαναβγήκε». Με κολακευτικά λόγια μιλούσε και για τον Κουντούρη τον Μάκο, από τη Νέα Μιτζέλα. Τους ανέφερε όλους έναν-έναν και είχε για όλους κάτι να πει. Το Χρήστο Βασιλάκο, Μίμη Βασιλάκο, Νίκο Κράλη,  Κατσιλογιανναίους, Χρήστο Χρύσανθο, Τάκη Ευσταθιάδη, Αθανασίου, Μήτσο Πριάκο, Τάσο Μπάρδα, Αποστόλη Καπή, Σπύρο Σταματίου, Δημήτρη Κουτσουράκη, Κώστα Μπιζάτη, Τάκη Καρπέτη, Βασίλη Κουτρογιάννη, Βασίλη Καράτσαλο, Σούλη Αγγελίδη, Κώστα Τσούλη, Αποστόλη Ευαγγελόπουλο, Τάκη Καλατζή, Τάκη Τάσσιο, Χρήστο Μπελεγρίνη και τόσους άλλους, σχεδόν όλους. Από προπονητές θυμόταν τους περισσότερους. Τον Αντώνη Παππά (το σύντροφο), Γιώργο Καζανίδη, Μήτσιο Τσούκα, Σάκη Μακρή, Γιάννη Μαρδίτση, Μιχάλη Σούμπαση, Λευτέρη Καλιοτζή, Ζήση Νάνο, Ηλία Κούγιαλη, Κώστα Χρυσόπουλο, Γιάννη Παπά, Μήτσο Ζάμπα. Από προέδρους τους: Δημήτρη Ριζόπουλο ( τον άνθρωπο με τη ρεπούμπλικα), Νίκο Μπακάλη (κουρέα), Θανάση Γιωτόπουλο, Παναγιώτη Παπαστεργίου, Τάκη Μιχόπουλο, Γιώργο Κεχαγιά (Τραπεζικό), Κουτσουβέλη Αγαμέμνονα (τον άνθρωπο με το μαντηλάκι), Μιχάλη Φατμελή, Σπύρο Ράππο, Στέργιο Ματίκα, Δημήτρη Μπόσγα, Νίκο Παπαδημητρίου, Χρήστο Καραζούπη. «Από κανέναν δεν είχα παράπονο, έλεγε, απ’  όλους όμως προτιμούσε το Νίκο Παπαδημητρίου».

Δεν ήθελε ν’ ακούει για Μακρακώμη και Σέρβια, που όταν πήγαιναν για παιχνίδι «τραβούσαν τα πάθη του Κυρίου». Θυμόταν όλους με αγάπη. Πολλές φορές, ακόμη και τελευταία, ο ΓΣΑ δεν τον ξεχνούσε. Αρκετοί όμως τον είχαν ξεχάσει, τους συγχωρούσε. Θυμόταν τα πάντα τόσο έντονα, που νόμιζε πως ακόμη ζούσε τις μεγάλες στιγμές της ομάδας. Παρ’  όλο που του έλειπαν αγαπημένα πρόσωπα, έλαμπε ολόκληρος όταν μιλούσε για το Γ.Σ. Αλμυρού και τις περιπέτειές τους.

Θεωρήσαμε, λοιπόν, χρέος μας να αναφερθούμε στον αγαπητό και αείμνηστο πλέον Θανάση Καραντούρο, αφού κι εμείς τον ζήσαμε τόσο σαν αθλητές, φίλοι  όσο και σαν άλλοι παράγοντες του Γ.Σ.Α. Ευχόμαστε ολόψυχα να πάρει τη θέση που του αξίζει κοντά στον Κύριό μας και να τον κατέχει μεταφυσική υπερηφάνεια γι’  αυτά που πρόσφερε στον αθλητισμό. Θρύλοι δεν υπάρχουν μόνο μέσα στα Στάδια, αλλά κι έξω από αυτά. Ένας τέτοιος, μεγάλος μάλιστα, υπήρξε και ο «Κυρ-Θανάσης Καραντούρος». Λίγα πέταλα από τριαντάφυλλα απ’ όλους εμάς που σε γνωρίσαμε σε στιγμές ξενοιασιάς.

Σε ένδειξη ελαχίστου φόρου τιμής, εμείς οι φίλοι, αθλητές, ποδοσφαιριστές και παράγοντες του Γ.Σ.Α. συνεισφέραμε ώστε να κατασκευαστεί το ταφικό του μνημείο.

Οι φίλοι, αθλητές και παράγοντες του Γ.Σ.Α.

 

*Ευχαριστούμε τον κ. Γκουντάρα για τις πληροφορίες που μας έδωσε για τη ζωή του Θανάση Καραντούρου, τον κ. Σπύρο Κιάκο για τη δωρεά των υλικών του μνημείου του, τον κ. Χρήστο Τσέτα για την κατασκευή του και όλους τους φίλους, αθλητές, ποδοσφαιριστές, παράγοντες που συνεισέφεραν στην κατασκευή του.

 

Αχιλλέας Αλμυρού στα Τρίκαλα. Από αριστερά: Παλιάς Χρήστος, Δελόπουλος Βασίλειος, Ευαγγελόπουλος Απόστολος, άγνωστος, Κατσιλογιάννης Αθανάσιος, Κατσιλογιάννης Γιάννης, Μπόσγας Δημήτριος, Κατσιλογιάννης Δημήτριος, Γερογιάκομος Ευάγγελος, Τόπας Κώστας. Κάτωσειρά: Καραντούρος Αθανάσιος, Χασανδρινός Αχιλλέας, Κακασής Αθανάσιος, Φάτσης Γιάννης, Νταόπουλος Δήμος, Ζορμπάς Γιάννης, Κοτρώτσιος Μήτσιος, Καπής Αποστόλης.

Στο Στάδιο επί το έργο: Από δεξιά: Καραντούρος Αθανάσιος, Καραντούρου Γραμματή, Δάρας Δημήτριος, Μαγγιδάς Αιμίλιος.

 

 

 

Ο Θανάσης Καραντούρος με το γιό του Γιώργο στο Στάδιο Αλμυρού

 

 

 

 

 

 

 

 





Παρακαλούμε κοινοποιήστε το λινκ.