Έφυγε ένας περήφανος Βρυνιώτης ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος











Ο συνδρομητής μας, από την αρχή της εκδόσεως της εφημερίδας μας, Δημήτρης Γιαννακόπουλος έφυγε από τη ζωή, πλήρης ημερών στις 10 Αυγούστου. Ο Αρίδης Θανάσης μας έδωσε προς δημοσίευση την παρακάτω σχετική επιστολή:

ΠΕΘΑΝΕ Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Έφυγε από τη ζωή στις 10 Αυγούστου 2015 ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος του Παναγιώτη, σε ηλικία 95 ετών. Η κηδεία του έγινε στη Σύρο, όπου ζούσε τα τελευταία 30 χρόνια με τη γυναίκα του Δέσποινα.

Ο εκλιπών γεννήθηκε στη Βρύναινα το 1920 από πολύ φτωχή οικογένεια αγροτών. Το 1938 πήγε στον Πειραιά και τελείωσε το νυχτερινό Γυμνάσιο με μεγάλες στερήσεις. Σπούδασε στη σχολή Μηχανικών πενταετούς φοιτήσεως και τελείωσε τη Σχολή του Μικρού Πολυτεχνείου, Μηχανικός – Μηχανολόγος και Ηλεκτρολόγος με άριστη επίδοση. Διετέλεσε καθηγητής διαφόρων τεχνικών Σχολών και για αρκετά χρόνια στη Σχολή Μηχανικών Σύρου. Πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση ως Αξιωματικός του Ε.Λ.Α.Σ.

Αγάπησε το χωριό του, τη Βρύναινα, όσο κανείς άλλος. Σε δύσκολες περιόδους, ο αγαπημένος «Μπάρμπας» βοηθούσε με κάθε τρόπο συγγενείς και φίλους. Εργάστηκε σκληρά, πάντα αισιόδοξος, με φιλότιμο, με αγάπη. Παντού έκανε φίλους αξιόλογους. Οι γνώσεις του ήταν αστείρευτες.

Το 2002 εξέδωσε το βιβλίο «Ιστορικές Μνήμες», στο οποίο περιγράφει με μεγάλη απλότητα γεγονότα και ιστορίες της εποχής του, του χωριού του. Μέχρι την τελευταία του πνοή ενημερωνόταν για όλα τα δρώμενα της επαρχίας Αλμυρού, από συγγενείς και φίλους, αλλά και από την εφημερίδα «Λαός του Αλμυρού», καθότι φανατικός αναγνώστης της.

Δεν ήθελε να αφήσει τα κόκαλά του στο «Νησί», όπως έλεγε, αλλά η μοίρα αυτό πρόσταξε.

Άφησε την πολυαγαπημένη του γυναίκα Δέσποινα, την αξιολάτρευτη κόρη του Φιλίτσα και τον εγγονό του Δημήτρη.

Ας είναι ελαφρύ το χώμα της Συριανής γης.

Αιωνία σου η μνήμη «Μπάρμπα-Μήτσο»

Ο Ανηψιός

Θανάσης Αρίδης

 

Η ειδοποίηση του θανάτου του μας συγκίνησε αφού για ‘μας η γλυκιά στήριξη του Γιαννακόπουλου ήταν απαραίτητη… Εξηγούμαι.

Πριν χρόνια προέβη σε γλυκιά συμφωνία μαζί μας και ανταλλάσσαμε προϊόντα… Εμείς εφημερίδα, εκείνος …λουκούμια Συριανά. Θέλω την εφημερίδα -μας είπε την τελευταία φορά που μιλήσαμε- αλλά δεν ξέρω αν θα βγάλω τη χρονιά, για να την πληρώσω… Θα βγάλω τη χρονιά και βλέπουμε.» Δεν θέλουμε λεφτά, του απαντήσαμε… και εκείνος μας έστελνε λουκούμια. Τελευταία μας έστειλε την επιστολή που ανα-δημοσιεύουμε, σ’ αυτή τη σελίδα.

Το βιβλίο που αναφέρεται ο Θανάσης Αρίδης έχει έναν υπότιτλο πραγματικά επίκαιρο «Ο Ελληνισμός πάντοτε σκλάβος αγωνιζόμενος για τη λευτεριά του». Σ’ αυτό αναφέρεται στο χωριό του τη Βρύναινα με μια ιδιαίτερη γραφή από την Ελληνική Μυθολογία μέχρι περίπου το 1941. Ανατρέξαμε στο βιβλίο και βάσει σημειώσεων του κ. Θανάση και διαπιστώσαμε πόσο χωρατατζής ήταν, την αγάπη του για το χωριό του, την αγάπη του για την Ελλάδα.

Τιμής ένεκεν αναφέρουμε δυο-τρία αποσπάσματα από το βιβλίο του. Θα τον θυμόμαστε πάντα τον Γιαννακόπουλο με λίγη παραπάνω γλύκα απ’ ό,τι τα λουκούμια του.

«Ο μπάρμπα Γιάννης ο Κεφαλάς έπρεπε να είναι κάθε μέρα φρεσκοξυρισμένος σκέτο αυγότσιοφλο, γυαλισμένη μπότα κόκκινη, εξαρτήσεις και άλογο στη διάθεσή του, αποσπασμένος από το ιππικό στη διάθεση του στρατηγού Φράγγου. Στη Σμύρνη των ερωτεύτηκε μια ωραία κοπέλα. Έγινε κάποια γνωριμία μεταξύ των και ο μπάρμπα-Γιάννης για να εκφράσει την πλήρη ευαρέσκειά του στην κοπέλα έβαλε ένα φίλο του δικηγόρο να του γράψει μια επιστολή σε στυλ ερωτικό και με τις τότε γλωσσικές καθαρευουσιάνικες εκφράσεις.

Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ Αξιέραστος δεσποινίς μυρίας φοράς χαίρε. Μετά τρεμούσης χειρός και παλμούς της καρδίας ηνηγκάσθην εκ του χαροποιούσου βλεμματος να χαράξω ολίγας γραμμάς επί του λεπτού τούτου χάρτου. Σας διαβεβαιώ δε γλυκό μου όνομα ότι οσάκις σας ραγίζεται η δυστυχής μου καρδιά και ζωγραφίζονται τα ωραία σας κάλη έμπροσθέν εμού. Πολλάκις θέλησα να το εκφράσω και δια στόματος, μα δεν οδηγήθην να πράξη τούτο. Εν κατακλείδι ο θαυματός μου έρως με παρεκίνησε. Αυτός και μόνος. Σας ασπάζομαιμ ο υπεραγαπών εσάς Ιωάννης Κεφαλάς.

…….

Προπολεμικά υπήρχε η συγκοινωνία με τον Βόλο με τα παλαιά λεωφορεία που είχαν σε όλο το μήκος του πάνω σημείου του λεωφορείου μια σκάρα και επίσης σιδερένιο σκαλάκι και ανεβαιναν οι βοηθοί συνοδοί του λεωφορείου και τοποθετούσαν τις βαλίτσες και τις τσάντες των επιβατών. Έτσι κάποια φορά ταξίδευαν από το Βόλο με το λεωφορείο ο Γιάννης ο Φέκας με το Δημήτρη το Λιάπη. Δεν υπήρχε ούτε δεκάρα στην τσέπη τους. Έπρεπε να φύγουν για τον Αλμυρό. Πάνε στο λεωφορείο χωρίς εισιτήριο. Ο Λιάπης μπήκε μέσα, ο Φέκας έμεινε έξω. Δεν είχε θέση μέσα. Δεν έχασε καιρό από το σκαλάκι ανέβηκε πάνω τη σχάρα που ήταν δεμένα τα πράγματα, βαλίτσες και τσάντες του επιβατικού κοινού που ταξίδευαν εκείνη την ημέρα με το λεωφορείο. Και κουλουριάστηκε στη σκάρα. Το λεωφορείο ξεκίνησε το δρομολόγιο για τον Αλμυρό. Ο Φέκας πάνω στη σκάρα και όπως μου ομολόγησε ότι «απ τον άσκημο δρόμο έλιωσαν τα παΐδια μου».

Τώρα στην Αγχίαλο περνώντας το λεωφορείο ανέβηκε ο ελεγκτής των εισιτηρίων, ο Μίμης. Προχωρούσε το λεωφορείο προς τον Αλμυρό και ελέγχοντας τα εισιτήρια έφτασε και στο Δημήτρη τον Λιάπη. Το εισιτήριο του ζήτησε. Ο Λιάπης λέει στον ελεγκτή, «το έχει ο Φέκας». Που είναι ο Φέκας; Απάνω στη σκάρα του λεωφορείου. Τότε ο ελεγκτής ανοίγει το τζάμι της πόρτας του λεωοφορείου και φωνάζει «Ρε Φέκα, πόσα εισιτήρια έχεις;» «Δυο, δυο». Το έπιασε ο Φέκας το θέμα και φώναξε στο Μίμη Δύο. Όταν το λεωφορείο έφτασε στον Αλμυρό και κατέβηκε ο Φέκας από τη σχάρα ήταν μέσα στον κουρνιαχτό και η σκίτσια πατατούκα ήταν κάτασπρη, το παντελόνι και το πρόσωπο επίσης γεμάτα κουρνιαχτό. Με τον τρόπο αυτό ο Φέκας με το Λιάπη ταξίδεψαν χωρίς εισιτήριο από το Βόλο ως τον Αλμυρό.

Για τις εκλογές του 1932

Και τότε συγκεντρώνονταν οι δημοκρατικοί και κλαυθμίριζαν το χάλι που τους βρήκε. Από την άλλη μεριά όλο γλέντι και χαρές για την επιτυχία (για τη βρύναινα μιλάμε τώρα). Η Αγορίτσα η γυναίκα του Χρήστου Τόλια, η οποία συνυπέφερε για την απώλειά της εκλογής γιατί όλοι οι Καυλαίοι ήταν Βενιζελικοί. Πήγε στον απόπατο (στην τουαλέτα). Μια μικρή αναφορά για κείνη την εποχή, για το θέμα των αποπάτων που σε όλο σχεδόν το χωριό οι αφόδευση γινόταν στο ύπαιθρο, όλοι οι απόπατοι ήταν τουλάχιστον απομακρυσμένοι μέχρι 50 μέτρα από το σπίτι από την κατοικία στους κήπους των κατοικιών. Υπήρχαν δύο πέτρες μεγάλες εκεί πατούσαν απάνω και γινόταν η ειδική αυτή μυσταγωγία. Και με την ευκαιρία αυτή ήταν πολύ εύκολη η χρήση με το φκιάρι ανάμεσα στις δύο πέτρες να πάρει υλικό η Αγορίτσα και να πάρει γεμάτο το φκιάρι και να πάει στην πόρτα του Κώστα Καραγεωργόπουλου που ήταν κολλημένη η φωτογραφία του Π. Τσαλδάρη και να ρίξει το υλικό από σκατά στη φωτογραφία του Π. Τσαλδάρη.

Τότε στο χωριό έγινε πάταγος άρχισαν οι έρευνες, ποιος το έκανε αυτό και κάποιες ικασίες πέσαν πάνω στον Γιώργο τον Αγγελή. Μα δεν ήταν όμως εξακριβωμένο. Που να ξέρουν πως η Αγορίτσα είχε κάνει την ενέργεια αυτή….

 





Παρακαλούμε κοινοποιήστε το λινκ.