28Η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940 ΣΤΟΝ ΑΛΜΥΡΟ ΤΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ







Οι κάτοικοι της περιοχής του Αλμυρού συμμετείχαν καθολικά στον πόλεμο αυτόν. Και το τίμημα σε αίμα υπήρξε σημαντικό από την πρώτη ημέρα της κηρύξεως του πολέμου, την 28η Οκτωβρίου 1940 έως την 20ή Απριλίου του 1941, οπότε άρχισε για τον τόπο η περίοδος της Κατοχής, με την άφιξη και εγκατάσταση των γερμανο-ιταλικών στρατευμάτων. Όπως συγκλίνουν όλες οι διηγήσεις και αναμνήσεις, το πρωί της 28ης Οκτωβρίου του 1940, αμέσως μετά τη συνάντηση του Έλληνος πρωθυπουργού Ιωάννου Μεταξά με τον Ιταλό πρέσβυ και την ιστορική απάντηση ΟΧΙ εν ονόματι του Ελληνικού λαού, άρχισαν να κτυπούν ασταμάτητα οι καμπάνες όλων των εκκλησιών του Αλμυρού για να ενημερώσουν, και με τη βοήθεια του τελάλη, τους κατοίκους για την κήρυξη του πολέμου και την άμεση επιστράτευση. Κάτοικοι της Πέρδικας βεβαιώνουν πως οι καμπάνες του Αλμυρού ακούγονταν μέχρι εκεί. Όλοι ξεχύθηκαν στους δρόμους προς την πλατεία για να ενημερωθούν. Μέσα σε όλη αυτή την κοσμοχαλασιά, οι λέξεις «πόλεμος» και «επιστράτευση» ξεχώριζαν επαναλαμβανόμενες.

Σε λίγη ώρα οι στρατεύσιμοι άρχισαν να ετοιμάζονται ξετρυπώνοντας από τα συρτάρια τα απολυτήρια του στρατού και τα όποια ρούχα και προσωπικά αντικείμενα θεωρήθηκαν αναγκαία για να πάρουν μαζί τους. Σκηνές συγκινητικές εκτυλίχθηκαν στην πλατεία: Αγκαλιάζονταν και αποχαιρετούσαν ο ένας τον άλλον, πράγμα περίεργο όμως έως αξιοθαύμαστο, όλοι ψύχραιμοι, με αισθήματα καθήκοντος, ευθύνης και αξιοπρεπείας, οι νεώτεροι με ενθουσιασμό – κρυφό ή φανερό- χωρίς υστερίες, θρήνους και κλάματα. Ένιωθαν πως τέτοιες στιγμές όφειλαν να προτάξουν το γενικότερο εθνικό συμφέρον του προσωπικού τους. Επέτειναν το κλίμα σοβαρότητος οι σιωπηρές, στωικές, φιγούρες των θλιμμένων μανάδων που βουρκωμένες αποχαιρετούσαν τα παιδιά τους, έχοντας επίγνωση, πλάι στην ελπίδα, πως ίσως να μην τα ξαναέβλεπαν.

Η αναχώρηση για τον τόπο παρουσιάσεως έγινε με κάθε μέσο: με κάρρα, με άλογα, με φορτηγά, με λεωφορεία. Οι περισσότεροι έπαιρναν μαζί τους και τα άλογά τους που είχαν και αυτά επιταχθεί και θα αποτελούσαν το μηχανοκίνητο τμήμα του στρατού. Και όσοι δεν είχαν την υποχρέωση να επιστρατευθούν, οι ηλικιωμένοι τους γονείς ή οι μικρότεροι αδελφοί, έπρεπε να παραδώσουν τα επιταγμένα ζώα τους, «τα κτήνη».

Στην επιστράτευση οι γέροι γονείς δεν παρέδωσαν μόνο τα παιδιά τους. Κουβαλούσαν και τα ζώα τους στους σταθμούς της επιτάξεως για να παραδώσουν κι αυτά στην πατρίδα. Για τους κατοίκους των χωριών την εποχή εκείνη που τα μηχανήματα δεν είχαν μπεί ακόμη στη ζωή και στη δούλεψη των εργατών της γής, τα ζώα ήταν η ζωή τους, τα θεωρούσαν μέλη της οικογενείας τους. Η δουλειά τους, η σοδειά τους, η επιβίωσή τους βασιζόταν σ’ αυτά. Παρέδιδαν τα άλογα και τα μουλάρια τους σφουγγίζοντας κρυφά ένα δάκρυ… Η προσφορά αυτών των ανθρώπων προς την πατρίδα υπήρξε διπλή. Όπως και αυτών που έδωσαν τα οχήματά τους, τρακτέρ, φορτηγά και λεωφορεία.

Και τα ζώα έπαιξαν τον ηρωικό τους ρόλο στον αγώνα. Οι απώλειες ήταν τρομακτικές. Ελάχιστα από αυτά επέστρεψαν και πολλά τραυματίσθηκαν άσχημα. Μια πολύ συγκινητική εικόνα περιγράφει κάποιος ιεραπόστολος στην εφημερίδα ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ της 12-1-1941, σε επιστολή του με τίτλο ΤΑ ΖΩΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΑΥΤΑ ΑΛΗΘΙΝΟΙ ΗΡΩΕΣ: «… Οι σημερινοί τραυματίαι μούσχισαν την καρδιά. Τυχαίως τους είδα να τους περνούν απ’ έξω από το νοσοκομείο μου. Δεν πρόκειται περί ανθρώπων. 250 πάνω κάτω ζώα περνούσαν πληγωμένα από το Μέτωπο. Εβάδιζαν το ένα κοντά στο άλλο σιγά σιγά. Το ένα με το πληγωμένο του πόδι κουτσαίνοντας, το άλλο με αιματωμένη την πλάτη, το άλλο με σχισμένο το μπούτι, όλα πληγωμένα σε διάφορα μέρη του σώματός των. Εφαίνονταν όλα κουρασμένα από τους πόνους που τους προξενούσαν οι πληγές, από τις κακουχίες του πολέμου, τα χιόνια , την πείνα……».

 

Έλληνες στρατιώτες, εισερχόμενοι σε πόλη της Αλβανίας που έχουν καταλάβει.

 

Απόσπασμα και φωτογραφία από το

«ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΥΣ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ

ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΤΟΥ ΑΛΜΥΡΟΥ 1940-1941»,

(17ο τεύχος του ΔΕΛΤΙΟΥ της Φιλαρχαίου Εταιρείας Αλμυρού ΟΘΡΥΣ, 2013)

της Χρυσούλας Κοντογεωργάκη – Τσαμανή

.

 





Παρακαλούμε κοινοποιήστε το λινκ.