Το παιδί στη βιοπάλη – γράφει η Σουλτάνα Μαραβέγια







Βαρύ το μεροκάματο. Δύσκολο είναι να καταγράψει κανείς λεπτομέρειες. Θα ‘ταν όμως παράλειψη να μην αφηγηθώ ακόμα ένα περιστατικό που έμεινε ανεξίτηλο στη μνήμη.

Ο Αντωνάκης στην Κατοχή δεκατεσσάρων ετών ορφανό από μάνα. Το μεγαλύτερο από τα τέσσερα αδέλφια, έπιασε δουλειά σε οικοδομή στο Βόλο. Νηστικό, αδύνατο, ψηλό, ταλαιπωρημένο. Σηκώθηκε πρωί-πρωί, τα μικρά κοιμούνται ακόμα.

Μόλις βγήκε από την πόρτα του σπιτιού, βροντές και αστραπές τάραζαν τον τόπο. Έτρεχαν ποτάμι τα νερά στο δρόμο. Ο δυνατός αέρας έριχνε τα φύλλα απ’ τα δέντρα σαν χαρτοπόλεμο, το νερό τον έβρεξε ως το κόκαλο. Μέσα από τα βρεγμένα σκούρα ρούχα στο στήθος του χτυπούσε δυνατά η καρδιά. Από αύριο δεν θα ήταν η ίδια μέρα γι αυτόν, ήξερε που θα υπακούει.

Πεζός ξεκίνησε για το Βόλο, βραδάκι έφτασε, σέρνοντας τα πόδια από κούραση. Τα μαλλιά του ακούρευτα, λερωμένα έπεφταν δεξιά και αριστερά στο πρόσωπο. Σταμάτησε και χτύπησε μια παλιά ξεβαμμένη πόρτα. Η πόρτα άνοιξε και μια παράξενη μυρωδιά όρμησε. Στο λιγοστό φως ξεχώρισε έναν χλωμό αδύνατο άντρα ξυπόλητο, με χοντρά γυαλιά και μακριά στρατιωτική χλαίνη. Πιο μέσα ένα μαγκάλι με μισοαναμμένα κάρβουνα. Η πρώτη του σκέψη ήταν να φύγει αμέσως, χωρίς να πει λέξη. Φοβήθηκε. Συνέχισε πάλι το δρόμο. Πλησίασε το σκοτεινό πάρκο, έπλυνε τα χέρια, ήπιε λίγο νεράκι, παρέμεινε εκεί.

Έκανε μία απεγνωσμένη προσπάθεια να σκεφτεί. Ένιωθε να καταρρέει. Οι σωματικές του δυνάμεις τον εγκατέλειπαν. Ο μικρός υποφέρει, δοκιμάζεται, όμως στο βάθος ελπίζει. Ξάπλωσε στο σιδερένιο παγκάκι να κοιμηθεί. Η ζωή είναι γλυκιά με όλες τις παραξενιές της. Ένας φαντάρος, περπατώντας με τις μεγάλες αρβύλες του, τον ξύπνησε. Ήταν νύχτα ακόμα. Άκουγε τα πουλιά νηστικά να ουρλιάζουν, κάτι όμως καινούργιο άγγιξε την ψυχή του, ζωντανό, όμορφο. Η κούραση, η νύχτα αγωνίας που έζησε στο σιδερένιο παγκάκι, τα απλά όνειρα που έκανε για την επόμενη μέρα.

Σηκώθηκε, έτριψε τα μάτια του και πήγε να βρει το αφεντικό. Η τύχη του χαμογελάει, γρήγορα όμως θα πικραθεί γιατί την ψυχή του θα φαρμακώσει η ανθρώπινη αχαριστία. Το αφεντικό κοίταξε με απορία το ψηλό αδύνατο παιδί και η απορία του ήταν ακόμα μεγαλύτερη όταν το είδε να σέρνει δυο παλιοπάπουτσα δεμένα με σύρματα και να κατηφορίζει προς το μέρος της οικοδομής που ήταν οι μαστόροι. Ντρεπόταν κάπως απέναντί τους. Μιλούσε μέσα του ο φόβος και η ψυχική αγωνία. Όμως σε λίγο θα έσπαζε ο πάγος, όλα θα πάνε καλά έλεγε, θα γυρίσω στο σπίτι με λεφτά.

«Έλα μικρέ», του είπε ένας μάστορας, «να σου δείξω τι θα κάνεις». Και άρχισε η δουλειά και το «φέρε μικρέ», το φέρε που ήταν ασταμάτητο. Δεύτερη, τρίτη, τέταρτη μέρα, τα κατάφερνε. Σιγά-σιγά άρχισαν να τον εγκαταλείπουν οι δυνάμεις του, το μυαλό κι αυτό άρχισε να μην μπορεί να βοηθήσει, τ’ αυτιά του βούιζαν δεν μπορούσαν να διακρίνουν τι ζητούσαν οι μαστόροι. Η γλώσσα του δέθηκε και κοίταξε σαστισμένο. Δεν μπορούσε να συνεννοηθεί. Απελπίζεται, θέλει να επιστρέψει στο χωριό.

Το Σάββατο πήγε στο αφεντικό να πληρωθεί. Το αφεντικό δεν του απάντησε. Πήρε το καπέλο του και έφυγε. Αναγκάστηκε να δουλέψει μία εβδομάδα ακόμα, για να ‘χει τα ναύλα να γυρίσει στο χωριό, στο σπίτι του.

«Θέλω να με πληρώσετε σας παρακαλώ, να φύγω». «Ναι, αλλά έπρεπε να με ειδοποιήσεις». Η κακοριζικιά του δεν είχε όρια. Το παιδί αγανακτισμένο έβαλε τα κλάματα. «Θέλω να φύγω στο χωριό μου, να μοιραστώ την πείνα και την ορφάνια με τα αδέλφια μου».

Το ποτήρι ξεχείλισε. Η απουσία της μάνας τι αβάσταχτος πόνος για τα τέσσερα ανήλικα ορφανά. Η μάνα στα παιδιά τις ώρες αγωνίας είναι η μόνη συντροφιά.

Ας ευχηθούμε η γέννηση του Χριστού να φέρει υγεία, αγάπη σε όλο τον κόσμο και στα άνεργα παιδιά υγεία, υπομονή και κουράγιο.

Σουλτάνα Μαραβέγια





Παρακαλούμε κοινοποιήστε το λινκ.