Χριστούγεννα του 1802 στον Αλμυρό







Βίκτωρ Κων. Κοντονάτσιος

 Ήταν παραμονή Χριστούγεννα 1802 στον Αλμυρό. Το χιόνι τα είχε σκεπάσει όλα. Με φτυάρια άνοιξαν μονοπάτια μέχρι το δρόμο. Ήταν όλοι χαρούμενοι. Πρώτη χρονιά θα γιόρταζαν Χριστούγεννα στον Άγιο Νικόλαο. Άλλα χρόνια πήγαιναν στον Πλάτανο. Από νωρίς ο παπα-Κλέαρχος, ο παπα-Νικόλας κι ο παπα – Απόστολος, είχαν ανοίξει μονοπάτι μέχρι και την εκκλησία.

Όλα ήταν έτοιμα. Περίμεναν την άγια ώρα. Ο ντελάλης είχε αναγγείλει νωρίς τη μεγάλη χαρά. Να πάνε στην εκκλησιά τους ελεύθερα. Ο Αγάς είχε δώσει την άδεια ν’ ανοίξει η εκκλησιά τους που ήταν εφτά μήνες κλειστή.

Και ξαφνικά, το απόγευμα, έπιασε παγωμάρα όλους. Φόβος και τρόμος. Μη γελαστεί και πάει κανένας στην εκκλησιά! Θα πάει χαμένος. Θα πέσει τούρκικο λεπίδι. Το κακό μαντάτο, από στόμα σε στόμα, τό ’μαθαν όλοι. Οι Τούρκοι θα μπούκαραν στην εκκλησία την ώρα της λειτουργίας να σφάξουν όσους βρουν. Παγίδα ότι τάχα δόθηκε άδεια.

Ο παπα-Κλέαρχος έτρεξε τρομαγμένος στον παπα-Νικόλα. Τι θα κάνουμε; Τι κακό μας βρήκε;

-Να πάρουμε και τον παπα-Απόστολο και να πάμε στο γέρο – Κωσταντή. Και πήγαν. Το είχε μάθει κι ο Κωσταντής. Ήταν έτοιμος. Είχε φορέσει την πατατούκα του και κρατούσε το μπαστούνι. Πάμε, είπε οργισμένος, μόλις τους είδε. Αμίλητοι ξεκίνησαν. Ο γερο-Κωσταντής δεν έλεγε τέτοιες ώρες κουβέντες.

 

******

Ήταν χρόνια πριν, 1740. Πανέμορφη τουρκοπούλα ζούσε στον Αλμυρό η Γκιουλ Χανούμ, μοναχοκόρη του Ζαΐτ αγά. Όλες οι τουρκοπούλες του Αλμυρού τη ζήλευαν. Όλες καλόβλεπαν τον λυγερόκορμο Χουσίτ Αχμέτ Αγά. Μ’ αυτός είχε μάτια μόνο για την αφράτη Γκιουλ Χανούμ.

Κι έγινε το προξενειό. Κι η πανέμορφη Γκιουλ μπήκε κυρά κι αφέντρα στ’ αρχοντικό του Χουσίτ Αχμέτ. Χόλιασαν οι άλλες από τη ζήλια τους. Ευτυχισμένη η Γκιουλ Χανούμ κοντά στον Χουσίτ. Και γέμισε από χαρά σαν ένιωσε να μεγαλώνει μέσα της παιδί. Κι άλλο δεν περίμενε παρά να το σφίξει στην αγκαλιά της.

Όμως ο φθόνος και η ζήλια για την ευτυχία του Χουσίτ και της Γκιουλ καρποφόρησαν. Μια μέρα μετά τη γέννα η Γκιουλ έπεσε βαριά άρρωστη. Κι ούτε γιατροί, ούτε γιατροσόφια, ούτε οι δεκαπέντε χοτζάδες του Αλμυρού με τις προσευχές τους μπόρεσαν να την γιάνουν. Ἡ Γκιουλ Χανούμ έκλεισε για πάντα τα πανέμορφα μάτια της πάνω που πρόφτασε και είδε τα όμορφα ματάκια της κορούλας της ν’ ανοίγουν.

Απέναντι από το σπίτι του Χουσίτ αγά ζούσε ο Αποστόλης Λιάνος. Η γυναίκα του Μαριγώ και η Γκιουλ ήταν αγαπημένες γειτόνισσες κι αχώριστες φίλες. Μαζί έπλεναν. Μαζί έγνεθαν. Μαζί έκαναν όνειρα. Ήταν και οι δυο νιόπαντρες και έγκυες. Κι ήταν ευτυχισμένες. Δεν νοιάζονταν που η μια λάτρευε το Χριστό κι η άλλη τον Αλλάχ. Χριστός κι Αλλάχ για τις δυο τους ήταν αυτά που μεγάλωναν στις κοιλιές τους. Τίποτε δεν τις χώριζε. Η Μαριγώ η Λιάναινα γέννησε πρώτη, τον Κωνσταντή. Τρεις μήνες μετά γέννησε η Γκιουλ. Τι χάδια, τι φιλιά, τι αγκαλιές είχε δεχτεί ο μικρός Κωσταντής από τη Γκιουλ Χανούμ, περιμένοντας το δικό της παιδί.

-Ε, βρε Μαριγώ, και να ’κανα κορίτσι και να γινόμασταν συμπεθέρες, έλεγε η Γκιούλ, γεμάτη αληθινή ανθρώπινη χαρά.

-Κάνε πρώτα κορίτσι και βλέπουμε. Πού ξέρεις τι γίνεται! Εμείς, πάντως, θα τα μεγαλώσουμε σαν αδέρφια, όπως οι δυο μας.

****

Ούρλιαξε από τον πόνο η Μαριγώ η Λιάναινα σαν άκουσε το κακό μαντάτο. Άρπαξε τον Κωσταντή της κι έτρεξε λες και θα πρόφταινε το χάρο να του πάρει από τα χέρια την καλή της φιλενάδα.

Πανικός στον τούρκικο οντά. Σκούζουν, φωνάζουν, χτυπιούνται. Κι έφτασε το θλιβερό μαντάτο απ’ άκρη σ’ άκρη στον Αλμυρό. Η Γκιουλ Χανούμ πέθανε ! Η Γκιουλ Χανούμ πάει!

Όλοι έτρεχαν, όλοι έσκουζαν. Και μόνο ο Χουσίτ Αχμέτ καθόταν άφωνος να κοιτάζει με χαμένο βλέμμα την πανέμορφη Γκιουλ ζώντας σ’ άλλο κόσμο. Δεν άντεξε ο οργανισμός του κι αμύνθηκε χάνοντας προσωρινά τα μυαλά του.

Μες στο μεγάλο κακό κανένας δεν πρόσεχε το νεογέννητο τουρκάκι που έκλαιγε. Κανένας δεν το άκουγε. Μόνο μιας μάνας το αυτί, της Μαριγώς της Λιάναινας η καρδιά, αποσπάστηκε από το θάνατο και νοιάστηκε για τη ζωή. Άρπαξε το τουρκάκι, πέταξε έξω το ένα της στήθος κι εκεί, μπροστά σ’ όλους, το ’βαλε να βυζάξει. Λούφαξε το μικρό κι άρχισε να καταπίνει. Στ’ άλλο της χέρι ο Κωσταντής έβαλε κι αυτός τα κλάματα. Λούφαξε κι αυτός σαν κόλλησε το στόμα του στ’ άλλο στήθος της μάνας του.

Δεκαπέντε μήνες ο Κωσταντής, το Χριστιανόπουλο, κι η Χατιζέ Χανούμ – έτσι είπαν την κόρη της Γκιουλ Χανούμ – η Τουρκοπούλα, στην ίδια αγκαλιά γαλήνευαν αδελφωμένα βυζαίνοντας το ίδιο το γάλα.

Ποιος να χωρίσει σαν μεγάλωσαν τον Κωσταντή και τη Χατιζέ. Μαζί στα παιχνίδια, στα γέλια, στα κλάματα. Ήταν ομογάλακτα αδέρφια. Βύζαξαν την ίδια μάνα!

Κι όταν με χρόνια έπαψαν να ’ναι παιδιά κι έγιναν αγόρι και κορίτσι, τα πράγματα άλλαξαν. Τους χώρισαν οι μεγάλοι. Χωρίζουν όμως οι καρδιές; Κουβέντιαζαν, αλλά μόνο μπροστά σ’ άλλους. Μόνο την παραμονή του γάμου της η Χατιζέ αντάμωσε με τον Κωνσταντή και του έδωσε κάτι κρυφά, τυλιγμένο σε βελούδινο πανί.

*****

Ο Κωσταντής Λιάνος κι οι τρεις παπάδες, τσαλαβουτώντας στα χιόνια, έφτασαν στου αγά το κονάκι. Ο φρουρός παραμέρισε με σεβασμό. Όλοι γνώριζαν ότι ο Κωσταντής Λιάνος μπορούσε να μπαίνει και να βλέπει όποτε ήθελε τη Χατιζέ Χανούμ, την ομογάλακτη αδερφή του, την πεθερά του Μπεκήρ.

Τι είπαν με τη Χατιζέ Χανούμ κανένας δεν έμαθε. Λίγη ώρα έμειναν κι έφυγαν. Δε σταμάτησαν ούτε στιγμή. Πήραν γύρω τα σπίτια στον Αλμυρό να τους πούνε ότι όλα είναι καλά και να πάνε γιορτάσουν τα Χριστούγεννα.

Χαράματα ο γερο-Κωσταντής και οι παπάδες πήγαν στην εκκλησία. Καθάρισαν τα χιόνια από την πόρτα κι άναψαν τα καντήλια. Ο Κωσταντής μπήκε στο παράσπιτο, δίπλα στην εκκλησία, κάτι είπε σε μια μαντηλωμένη γυναίκα και βγήκε πάλι έξω.

Δειλά άρχισαν να φτάνουν οι Χριστιανοί. Έμπαιναν μέσα έκαναν το σταυρό τους και φιλούσαν τον άγιο Νικόλαο, που είχαν τον στείλει οι Βλάχοι του Αλμυρού από την Κορυτσά, δώρο στην εκκλησιά τους.

Κι άρχισε η πρώτη χριστουγεννιάτικη λειτουργία στον Άγιο Νικόλαο στον Αλμυρό που ήταν κλειστὴ εφτά μήνες, από του Αγίου Κωνσταντίνου που είχαν γίνει τα εγκαίνιά της. Δεν τους άφηνε ο Μπεκήρ αγάς να λειτουργηθούν.

Γέμισε ο τόπος ψαλμουδιές. Μοσχομύρισε το λιβάνι. Άστραφταν τα καντήλια, άστραφταν και τα πρόσωπα. «Η Παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει». «Χριστός γεννάται, Δοξάσατε». Τι χαρά, τι ευτυχία, τι γαλήνη. Οι ραγιάδες είχαν ξεχάσει κάθε φόβο. Είχε γεννηθεί ο Χριστός τώρα! Δεν φοβόνταν τίποτε! Δεν φοβόνταν ούτε τον τρομερό Μπεκήρ.

Κι όμως ο Μπεκήρ ήρθε. Φάνηκε με καμιά δεκαπενταριά άντρες ζωσμένους σπαθιά. Δυο παλικάρια, ἐξω από τον Άγιο Νικόλαο, βαλμένα απ’ τον γερο- Κωσταντή να φυλάνε, έτρεξαν μέσα να τον ειδοποιήσουν.

Ο Κωσταντής Λιάνος δε μίλησε. Βγήκε έξω, μπήκε βιαστικά στο παράσπιτο, δίπλα στον Ἀγιο Νικόλαο, άρπαξε από το χέρι τη μαντηλωμένη γυναίκα και στάθηκε μπροστά στην πόρτα της εκκλησιάς, αγριεμένος, φύλακας άγγελος της εκκλησιάς και όλων όσων προσεύχονταν μέσα. Δίπλα του, όρθια κι αγριεμένη, στεκόταν μια τουρκάλα. Ήταν η Χατιζέ Χανούμ, η ομογάλακτη αδερφή του.

Έφτασε αποφασισμένος ο Μπεκήρ. Είδε την πεθερά του και σάστισε. Η Χατιζέ κι ο γέρο Κωσταντής σήκωσαν ψηλά, κρατώντας την με το ένα χέρι ο ένας και το άλλο η άλλη, μια εικόνα.

-Γύρνα πίσω, Μπεκήρ. Μόνο πατώντας πάνω μου θα περάσεις στην εκκλησιά, φώναξε η Τουρκάλα. Κι ο σαστισμένος φοβερός Μπεκήρ γύρισε πίσω κι έφυγε!

Ξημέρωσε. Σχόλασε η εκκλησιά. Βγαίνοντας έξω έσκυβαν όλοι και φιλούσαν την εικόνα που κρατούσαν τα δυο αδέρφια, ένας χριστιανός και μια τουρκάλα.

Ήταν η εικόνα της Γέννησης του Χριστού. Αυτήν είχε παραδώσει, την παραμονή του γάμου της, η Χατιζέ Χανούμ, τυλιγμένη σε βελούδινο ύφασμα, στον Κωσταντή Λιάνο. Της θύμιζε τη δική της γέννηση. Κι ήταν τόσο όμορφη η Παναγιά σαν τη μάνα της, τη Γκιουλ Χανούμ, που δεν είχε γνωρίσει. Την είχε κρυφά παραγγείλει στην Κωνσταντινούπολη από όπου της την είχαν στείλει να την κάνει ακριβό δώρο στον καλό της Κωσταντή. Πάνω της είχε ορκιστεί, Τουρκάλα αρχόντισσα αυτή, ότι θα τον βοηθήσει και με τη ζωή της ακόμα αν κάποτε χρειαστεί.

Κι έσκυβαν οι Αλμυριώτες και φιλούσαν το χέρι της αρχόντισσας Τουρκάλας. Και δεν ήξεραν αν φιλούσαν το χέρι κάποιας Τουρκάλας ή της δικής τους Παναγιάς. Δεν ήξεραν ποια τους είχε γλιτώσει από την τρομερή σφαγή. Κι ήταν Χριστούγεννα του 1802. Κι ήταν στον Αλμυρό.

Βίκτωρ Κοντονάτσιος





Παρακαλούμε κοινοποιήστε το λινκ.