«Τα παιδιά της πιάτσας…..» – γράφει ο Χρ. Καραζούπης – έκδοση 9-1-2016











Ήταν πάντα εκεί, βυθισμένος μέσα στις ομορφιές της ζωής. Σταθερός βηματισμός. Ψηλοτάκουνο μυτερό παπούτσι, που ποτέ δεν σε χτυπούσε, δεν σε πονούσε. Φαίνονταν αυστηρός, αλλά μέσα του έκρυβε ψυχή καλοσυνάτη, μικρού παιδιού. Όταν έπαιζε πρέφα ήταν όλος ο κόσμος δικός του, ζωγραφιά. Μην τολμούσε να τον σκιάσει ανθρώπινη παρουσία. Ποιος είδε το Βεζούβιο να εκρήγνυται. Οι συναντήσεις σε κοινόχρηστους χώρους επιλεγμένες. Νόμιζες πως ο αέρας ήταν ιδιόκτητος. Το δέσιμο με τη γη-πατρίδα και τους συμπατριώτες του το υπερασπίζονταν πάση θυσία και με έντονη κριτική. Πάντα με έγνοια και ενδιαφέρον και ψάξιμο για αιτίες και καινούργια συμπτώματα. Μεθοδικός χωρατατζής έδινε σάρκα και οστά στα λεγόμενα του. Νόμιζες ότι τα δρώμενα ή μελλούμενα τα συνιστούν όχι σκωπτικές θεωρίες, αλλά σχέσεις κοινωνικές. Καμιά διαστροφή, καμιά αρρώστια. Ήταν πάντα αχτίδα ελπίδας, ασυμβίβαστος, ευθυμογράφημα. Ερχόμενος όχι από πολύ μακριά, από δύσκολα παιδικά αλλά και ανέμελα χρόνια, όταν ο ήλιος έβγαινε για όλους, χωρίς διακρίσεις, θα στήσει τη δική του παρουσία στο τοπικό γίγνεσθαι. Θα τον θυμούμαστε θαμώνα σε κείνο το ξακουστό, ζεστό και ατέλειωτο «νυχτοδικείο», «στου τσαπάλα» και στην πλατεία, που η αντοχή και δύναμη της υπομονής δοκιμάζονταν κάθε βράδυ, μέχρι να «περάσει το αθηναϊκό». Κάπου κοντά στις τρεις το πρωί. Θερινό ωράριο. Πούσαι, δάσκαλε Σουρή, να τους υποκλιθείς. Κώστας, Γιάννης, Αρίωνας, Αντώνης, Σπύρος, «το παιδί» και τόσοι άλλοι εκτός βασικού πυρήνα, εάν φυσικά υπήρχε. Το «πράματα για Λαμία» στου Ζορμπά, το συνεχές περπάτημα με τα χέρια (κατακόρυφο), από πλατεία μέχρι το «κέντρο Στεργίου» στον Ξηριά, η υποστήριξη στο συμμαθητή του οδοντίατρο, ως πειραματόζωο στην ιατρική καρέκλα στη Θεσσαλονίκη, η παρουσία του στα Δημοτικά Συμβούλια, οι τοποθετήσεις του σε κάθε τι που αφορούσε τον τόπο μας ήταν υποχρέωση και δικαίωμά του.

Τα τελευταία χρόνια σύχναζε στου «ΑΔΩΝΙΣ», με αυστηρό ωράριο 16:00 έως 17:30, προσπαθούσα και εγώ πολλές φορές να ακολουθήσω αυτό το δύσκολο ωράριο, για να μάθω «πράγματα» και να «ρουφήσω» ιστορίες του Αλμυρού, τις οποίες ο Γιάννης με μοναδικό τρόπο αφηγούνταν και δεν σκέφθηκα βέβαια ποτέ να αμφισβητήσω….

Πόσα να θυμηθεί κανείς; Μια ζωή γεμάτη κίνηση, μελέτη, αξιολόγηση. Μια παρουσία που λείπει και θα λείπει δυστυχώς για πάντα. «Τα παιδιά της πιάτσας», αν υπάρχουν, έγιναν φτωχότερα.

Συλλέγω τη ζωή του καιρού μου, ενδιαφέρομαι για την ιστορία των ανθρώπινων ψυχών και όταν τις μετράω βλέπω να μου λείπει κάποιος. Ο αξέχαστος Γιάννης, ο Γιάννης Μασούρας. Άνθρωπος «από τα γηρατειά» ανίκητος δεν γίνεται κανείς.

Τόσο λέει ….του έμελε να ζήσει…..

Αντίο, φίλε Γιάννη.

 

Του Χρήστου Καραζούπη





Παρακαλούμε κοινοποιήστε το λινκ.