Γιώργου Τσιντσίνη: Όταν οι πρόσφυγες ενοχλούν…







Περίπτωση πρώτη: Νηστικούς και ταλαιπωρημένους (κάποιοι ψειριασμένοι) άδειασε το καράβι τους πρόσφυγες στη μεγάλη πόλη…
Μετά τις πρώτες ώρες της αναταραχής, σε μια μεγάλη πλατεία, στήθηκε πρόχειρα ένα τεράστιο παράπηγμα, για να τους στεγάσει όλους… Μπήκαν μέσα πολλές οικογένειες και χώρισαν η καθεμιά το χώρο της, κρεμώντας σ’ ένα μικρό τετραγωνάκι σεντόνια και κουβέρτες. Αυτό ήταν το πρόχειρο «σπιτικό» τους, για να ξεχωρίζουν από το ίδιο του γείτονα. Κρεβάτια δεν υπήρχαν και κοιμόντουσαν καταγής. Μετά έφεραν κάποια λιγοστά στρώματα.
Μετά από λίγο καιρό, ένα παγωμένο βράδυ με πολύ αέρα, ξέσπασε πυρκαγιά στο μεγάλο παράπηγμα.
Πυρκαγιά, από δυο σημεία ταυτόχρονα, το νοτιοανατολικό και το βορειοδυτικό.
Οι κραυγές απόγνωσης όσων ξαγρυπνούσαν ξύπνησε και τους υπόλοιπους. Έσπαζαν με τα χέρια τους έντρομοι τα σανίδια των πρόχειρων «τοίχων», για να σωθούν από τις φλόγες.

Περίπτωση δεύτερη:
Το δικό τους πλοίο «έδεσε» σε μια γνωστή λουτρόπολη.
Η Κυβέρνηση έδωσε εντολή στους ντόπιους ξενοδόχους, να φιλοξενήσουν όσες προσφυγικές οικογένειες μπορούν, φυσικά με το αζημίωτο.
Εκείνοι όμως έσπευσαν να ξηλώσουν πάραυτα τις σκεπές των ξενοδοχείων τους, προφασιζόμενοι τάχα επισκευές και –επομένως- αδυναμία φιλοξενίας.
Και άφησαν μωρά παιδιά, δεκάδες οικογένειες, να κοιμούνται για βδομάδες στο ύπαιθρο, μέσα στο κρύο, χωρίς κουβέρτες και σκεπάσματα, εκτός από τα λίγα που μοίρασε ο στρατός.

Περίπτωση τρίτη:
Οι ντόπιοι δεν ήθελαν τους πρόσφυγες που άραξαν δίπλα τους εκείνο το βράδυ…
Τους πέταξαν λοιπόν σ’ ένα βαλτότοπο κι οι κολασμένοι έψαχναν ένα στεγνό μέτρο γης για να κοιμηθούν, παρέα με σμήνη κουνουπιών και βατράχια. Μετά από λίγες βδομάδες, ήρθαν οι Αρχές και όρισαν μια μικρή σχετικά έκταση μέσα στα έλη και μοίρασαν τον τόπο σε κάθε προσφυγική οικογένεια, επιτρέποντάς της να τον …καλλιεργεί.
Άξιοι κτηματίες οι περισσότεροι στη χαμένη τους πατρίδα, έπνιξαν ένα δάκρυ πίκρας κι απογοήτευσης, έκαναν το σταυρό τους, πήραν τις αξίνες, άνοιξαν κανάλια προς τη διπλανή θάλασσα, αποξήραναν με πολύ κόπο τα έλη και μετά τα καλλιέργησαν.
Ο τόπος μεταμορφώθηκε, ως δια μαγείας, οι σοδειές κάρπισαν.
Κι όταν ήρθε η ώρα της πρώτης συγκομιδής, εμφανίστηκαν έφιπποι και οπλισμένοι οι ντόπιοι, να τους αρπάξουν τη σοδειά.
Στην άνιση μάχη που ακολούθησε, η σοδειά πνίγηκε στο αίμα πολλών αθώων κι όσοι είχαν τα όπλα πήραν και τη συγκομιδή φεύγοντας…

Και στις τρεις περιπτώσεις τα γεγονότα είναι πραγματικά και προσδιορίζονται χρονικά περί τα τέλη του 1922, αφορώντας τους Μικρασιάτες πρόσφυγες.
Στην πρώτη περίπτωση, η πλατεία και ο εμπρησμός στο μεγάλο παράπηγμα είναι η Πλατεία Ρήγα Φεραίου (όπου το σημερινό Δημαρχείο) στο Βόλο.
Στη δεύτερη περίπτωση, η λουτρόπολη είναι η Αιδηψός.
Στην τρίτη, πρόκειται για το Νέο Πύργο της Βόρειας Εύβοιας, ένα πανέμορφο σήμερα χωριό, δίπλα ακριβώς από τους Ωρεούς, που εποίκησαν πρόσφυγες από τον Πύργο της Κωνσταντινούπολης.
(Σ.Σ. Όσοι προσπαθούν να παραλληλίσουν τα παραπάνω γεγονότα, με κάποιες σημερινές ακραίες συμπεριφορές, δήθεν πατριωτικές απόψεις και πικρόχολα σχόλια, ….καλά κάνουν.)





Παρακαλούμε κοινοποιήστε το λινκ.