Γιώργου Τσιντσίνη: Ένα Πασχαλινό αρνάκι που το λέγανε ….Νίνα








Δεν ξέρω πώς του ήρθε του πατέρα μου η …ατυχής έμπνευση, να φέρει στο σπίτι, από την αρχή εκείνης της χρονιάς (κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’60) ένα αρνάκι, προκειμένου να το μεγαλώσουμε οι ίδιοι και να το …θυσιάσουμε κατόπιν για το Πασχαλινό τραπέζι.

Δεν πιστεύω ότι οι λόγοι ήταν οικονομικοί, αν και στο σπίτι μας, στους Σμυρνιούς καπνεργάτες πρόσφυγες που το κατοικούσαν, δεν περίσσεψαν ποτέ τα χρήματα.

Ούτε όμως περίσσεψε ποτέ και η …κτηνοτροφική μας πείρα.

Προφανώς, με το ζωντανό αρνάκι που μπήκε από μωρό στην οικογένεια, ο πατέρας ήθελε να δώσει χαρά σ’ εμένα και στο μικρότερο αδελφό μου, τον Μανώλη.

Η μεγάλη αυλή, στην άκρη της Νέας Ιωνίας, αλλά και τα παράσπιτα στην άλλη άκρη του σπιτιού εξασφάλισαν αμέσως χώρο και στέγη στην κατάλευκη και σγουρή «παρεούλα» μας.

Ήταν θηλυκό και ο ίδιος ο πατέρας μου το βάφτισε «Νίνα».

 

Η Παρεούλα μας έγινε αμέσως και το καθημερινό, δημιουργικό μας …παιχνίδι.

Τον πρώτο καιρό το μεγαλώναμε εναλλάξ, ταΐζοντάς το γάλα με το μπιμπερό, κατόπιν με χορταράκια, που μαζεύαμε από τα τριγύρω χωράφια στο Αλιβέρι ή οδηγούσαμε την ίδια τη Νίνα, δεμένη όπως τα …σκυλάκια σήμερα, για να βοσκήσει, ώρες ολόκληρες, με την ησυχία της στις αλάνες, που εκείνη την εποχή απλώνονταν στη γύρω περιοχή.

Στην παιδική ψυχή μας δεν υπήρχε (ή ίσως και να το κοιμίζαμε) το αποτρόπαιο που περίμενε τη Νίνα στην επερχόμενη Πασχαλιά.

Όλα καλά λοιπόν μέχρι το μεγάλο Σάββατο, που γονείς και παππούδες, ανυποψίαστοι, συνετέλεσαν στο να ζήσουμε το έγκλημα.

Εκείνη την εποχή, όλη τη διάρκεια της ημέρας του Μεγάλου Σαββάτου, εκδοροσφαγείς, επαγγελματίες ή όχι, οι λεγόμενοι «σφαχτάδες», διέτρεχαν τις ακραίες συνοικίες του Βόλου και της Νέας Ιωνίας κι ακούγονταν οι αγριοφωνάρες τους: «αρνιά για σφάξιμο». Συχνά λοιπόν τους καλούσαν οι νοικοκυραίοι εκείνοι που είχαν κάποιο ζωντανό αρνί ή κατσίκι κι οι σφαγείς έμπαιναν στην αυλή, κρεμούσαν το ζώο από το τσιγκέλι σ’ ένα δένδρο και το έσφαζαν και το έγδερναν επιδέξια, το καθάριζαν από τα περιττά εντόσθιά του και το παρέδιδαν έτοιμο στις νοικοκυρές, παίρνοντας σαν προσωπική αμοιβή τους το τομάρι του ή ίσως (δεν θυμάμαι καλά) και κάποιο χαρτζιλίκι.

 

Η «αμαρτία των γονέων» είναι ότι μας άφησαν -πάλι ανυποψίαστοι- να παρακολουθήσουμε με τον Μανώλη όλη αυτή τη διαδικασία σε βάρος της Νίνας, κατά την οποία ήταν όλοι τόσο προσηλωμένοι, ώστε να μην προσέξουν τα βουβά δάκρυα του μικρότερου αδερφού μου, αλλά και τη δική μου μεγάλη πίκρα, που επίσης δεν θυμάμαι αν και πώς εκδηλώθηκε.

Ένα είναι βέβαιο: Στο πασχαλινό τραπέζι της άλλης μέρας η Νίνα έστεκε ομορφοψημένη, πλην …άθικτη, αφού κανένας μας δεν είχε όρεξη να τη …δοκιμάσει.

Ο αψίκορος και αθυρόστομος παππούς μου -ο καπετάν Γιώργης- πρώτος, αλλά κι ο γιος του και πατέρας μου κατόπιν, μας πίεζαν σθεναρά ν’ αρχίσουμε να τρώμε, να δοκιμάσουμε, πλην ματαίως…

Η γιαγιά η Τσιντσίναινα, μια καλοσυνάτη κι ευγενική Παρασκευούλα, που πέθανε πολλά χρόνια μετά, σε πλήρη διαύγεια (αφού μεγάλωσε πρώτα και τα δισέγγονά της), σε ηλικία …104 ετών, εκείνη τη μέρα, βλέποντας την άχρηστη πίεση των μεγαλυτέρων, τόλμησε να τους αντιγυρίσει, εμφανώς νευριασμένη:

-Εσείς, οι μεγάλοι, γιατί δεν τρώτε, παρά μόνο βρίζετε τα μικρά, που θα μείνουν νηστικά εξ αιτίας της …Νίνας;

-Ε, εεεε, να, προσπάθησε να απαντήσει διστακτικά ο θηριώδης παππούς, σαν μαθητούδι που το έπιασαν στα πράσα.

-Βλέπουμε αυτά τα τζαναμπέτικα, που δεν τρώνε και μας κόπηκε κι εμάς η όρεξη.

 

Όπως καταλαβαίνετε, η Νίνα ήταν το πρώτο και το …τελευταίο ζωντανό αρνάκι που μπήκε στο σπίτι μας και η Πασχαλιάτικη θυσία της πήγε κυριολεκτικά στο βρόντο.

Γιατί εκείνο το καλοψημένο αρνί δεν το άγγιξε τελικά κανείς μας.

Ούτε τα μικρά ούτε οι γυναίκες ούτε οι …θηριώδεις.





Παρακαλούμε κοινοποιήστε το λινκ.