Ένα Χριστουγεννιάτικο παραμύθι από μια Βρυνιώτισσα - Η Μάρω και τα σκαρκατζούλια - Λαός Του Αλμυρού full screen background image

Ένα Χριστουγεννιάτικο παραμύθι από μια Βρυνιώτισσα – Η Μάρω και τα σκαρκατζούλια





Φέρνοντας στο νου τη λέξη παράδοση, από το μυαλό μας περνάνε εικόνες με χορούς, μουσική, φορεσιές ακόμη και φαγητά. Σπάνια όμως σκεφτόμαστε πως ακόμη και τα παραμύθια είναι κομμάτια της λαογραφίας μας.

Ποιος άλλωστε σε μικρή ηλικία δεν έχει ζητήσει να ακούσει κάποιο παραμύθι ή μια ιστορία από τους παππούδες του ή τους γονείς του;

Συναντήσαμε την κυρία Χριστίνα από τη Βρύναινα, ετών 86. Άνθρωπος απλοϊκός και καλόκαρδος, μας καλοδέχτηκε και αποφάσισε να μας μιλήσει για ιστορίες και παραμύθια που πέρασαν από γενιά σε γενιά. Το παραμύθι πολλοί θα το έχουμε ακούσει σε κάποια εκδοχή του, καθώς ταξιδεύει από γενιά σε γενιά, από στόμα σε στόμα. Κάθε σπιτικό, κάθε αφηγητής προσθέτει κάτι δικό του στην ιστορία… Ας το διαβάσουμε όμως όπως μας το αφηγήθηκε η κυρία Χριστίνα.

«Τότε λέγαμε πως τις δώδεκα μέρες για τα Χριστούγεννα έρχονται τα παγανά. Όσο ήμασταν μικρά, ζητούσαμε από τις μανάδες μας και τις γιαγιάδες μας να μας πούνε ένα παραμύθι. Αυτό που θα σας πω, μου το ‘λεγε η γιαγιά μου και μάλιστα έλεγε: «Θα σ’ πω ένα παραμύθ’ και να το θυμάσαι».

Κάποτε ήταν ένα αντρόγυνο και είχε ένα πεντάμορφο κορτσάκ’ που την έλεγαν Μάρω. Όσο ήταν μικρό το κορίτσι η γυναίκα πέθανε. Ο άντρας παντρεύτηκε μια άλλη γυναίκα και έκανε μαζί της ακόμη μια κόρη. Το δεύτερο κορίτσι όμως, η Κάλλω ήταν μαύρο κι άσχημο. Η μάνα της ζήλευε την ομορφιά και την χάρη της Μάρως και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να την εξαφανίσει.

Φτάνοντας λοιπόν στα δωκάμερα η γυναίκα είπε μια ημέρα στον άντρα της πως δεν είχαν αλεύρ’ και πως ήθελε το απόγεμα να στείλει την Μάρω στον νερόμυλο για να φτιάξει με τ’ σ’τάρ που είχαν. Τότε, δώδεκα μέρες, οι νερόμυλοι δεν λειτουργούσαν το βράδ’ γιατί πήγαιναν τα σκαρκατζούλια και έκαναν ζημιές. Ο άντρας της, της απάντησε πως εκείνες τις μέρες δεν μπορούσαν να πάρουν αλεύρι γιατί ο μυλωνάς έλειπε και ο νερόμυλος ήταν κλειστός. Εκείνη όμως επέμενε τόσο πολύ που τελικά τον έπεισε να πάρει τα κλειδιά από τον μυλωνά και να πάει η Μάρω να αλέσει. Μέσα της ήθελε τα σκαρκατζούλια να πάρουν το κορίτσι.

Ο πατέρας είπε στην κόρη του πως θα έρχονταν τα παγανά και της εξήγησε πως δεν πρέπει να φοβάται, γιατί θα την συμβούλευε εκείνος τι να κάνει για να γλιτώσει. Πήρε λοιπόν ο πατέρας τα κλειδιά απ’ τον μυλωνά, φορτώθ’καν με σταρ’ και ξεκίνησαν για τον νερόμυλο.

Μόλις έφτασαν, έριξαν το πρώτο τσουβάλι για να ξεκινήσει να γίνεται το αλεύρι. Εκεί που κόντευε να βγει το πρώτο τσουβάλι, άρχισαν να ακούγονται κλαρίνα, βιολιά, φασαρία, τα «διαόλια» που λέμε, τα παγανά.

Βλέπουν το κορίτσ’ κι άρχισαν λένε «Άιντε Μάρω θα σι πάρουμε απόψ’. Νύφη θα σε πάρουμε.»

– Ο πατέρας είχε συμβουλέψ’ το κορίτσι και εκείνο τους απαντούσε:

– «Αμ, πως θα με πάρετε νύφη, έτσι;»   

– «Και πως θέλεις να σε πάρουμε;»

– «Η νύφη, θέλει παπούτσια, θέλει φουστάνι καλό.»

– «Θα πάμε τώρα να πάρουμε» απάντησαν εκείνα

– «Αργά θα πάτε, αργά θα ‘ρθείτε» τους έλεγε

Πήγαιναν αυτά, έκλεβαν… της πήγαν το φουστάνι και τα παπούτσια. Αφού γύρισαν έλεγαν πάλι: «Άϊντε Μάρω, νύφ’ θα σε πάρουμε».

  • «Βρε έτσι θα με πάρετε; Η νύφη θέλει πέπλο, θέλει σγατζούδια, θέλει σταυρό».

Έφυγαν και αυτά για να πάρουν και τα υπόλοιπα που τους ζήτησε η Μάρω. Αυτό έγινε άλλες δυο – τρεις φορές. Η Μάρω ζητούσε πράγματα και εκείνα πήγαιναν και τα έπαιρναν. Ωστόσο όμως, ο μύλος δούλευε γρήγορα και το αλεύρι ήταν σχεδόν έτοιμο.

Όταν δεν μπορούσε να σκεφτεί άλλο αντικείμενο τους είπε: «Τώρα να με πάρετε, αλλά θέλω να με πάτε καβάλα στο άλογο».

Ξεκίνησαν τα παγανά, πήγαν να βρουν άλογο, αλλά δεν πρόλαβαν να φτάσουν στον μύλο. Λάλησε ο κόκορας και αφού ξημέρωνε, έφυγαν.

Πήρε ο πατέρας τη Μάρω, και κίνησαν να γυρίσουν σπίτι. Όταν πλησίαζαν λάλησε ο κόκορας του σπιτιού: «κικικι έρχεται η Μάρω μας, μεσ’ τα χρυσά ντυμένη».

Μόλις το άκουσε η γυναίκα, πήρε ένα ξύλο για να σκοτώσει τον κόκορα. Ο άντρας της την πρόλαβε και της είπε: «Άσε τον κόκορα, δεν μας φταίει αυτός».

Το επόμενο βράδυ η γυναίκα ήθελε να στείλει και το δικό της το κορίτσι. Είδε που η Μάρω γύρισε μεσ’ τα χρυσαφικά και ήθελε το ίδιο και για την κόρη της. Η Κάλλω όμως δεν καρτεριόταν.

Πήγε λοιπόν και η Κάλλω στο νερόμυλο το βράδυ, για να βγάλει αλεύρι. Εμφανίστηκαν τα παγανά και άρχισαν να λένε: «Άιντε Κάλλω θα σι πάρουμε απόψ’ νύφη».

Απάντησε η Κάλλω: «Η νύφη, θέλει παπούτσια, θέλει φουστάνι καλό».

Πήγαν αυτά γρήγορα και έφεραν ότι τους ζήτησε. Αφού επέστρεψαν είπαν αυτά: «Άϊντε Μάρω, νύφ’ θα σε πάρουμε».

Αυτή δεν είχε σκεφτεί τι άλλο να τους ζητήσει και ακόμη ήταν νύχτα. Έτσι λοιπόν τα παγανά την πήραν μαζί τους και την εξαφάνισαν.

Η γυναίκα περίμενε το κορίτσι, αλλά δεν γύρισε. Όταν άρχισαν να την ψάχνουν, πήγαν στον νερόμυλο και βρήκαν μόνο το γαϊδούρι με τ’ αλεύρι».

Αυτή είναι μια από τις ιστορίες που μας έλεγαν τέτοιες μέρες όταν ήμασταν μικρά. Ελπίζω να σας άρεσε. Καλή χρονιά να έχουμε και καλή φώτιση με υγεία!».








Αφήστε μια απάντηση