Αντίο, φίλε…











Τάκη,

Ξέρω ότι αισθάνεσαι άβολα, τώρα που βλέπεις από ψηλά πόση αναστάτωση σκόρπισε το πικρό σου «αντίο».

Σε κλαίνε όχι μόνο οι δικοί σου άνθρωποι, η οικογένειά σου, οι φίλοι σου, αλλά κι όλες αυτές οι χιλιάδες συντοπίτες, που σε είδαν κάποια στιγμή της ζωής τους πάνω απ’ το προσκέφαλό τους, στο κρεβάτι του πόνου τους, να τρέχεις για τον άρρωστο, γι’ αυτόν που είχε την ανάγκη σου, να τον φροντίζεις, να τον γιατρεύεις με τα μαγικά σου χέρια, να είσαι παρών έστω και μόνο για ένα λόγο παρηγοριάς.

 

Κάποτε, ο αείμνηστος Βαρδούλης, ο «δάσκαλος» που τιμούσες στη χειρουργική, μου είπε για σένα, με έκδηλη περηφάνια:

«Τι να σου πω γι’ αυτόν τον χαλκέντερο Σαρακατσάνο; Όταν μπαίνει στο χειρουργείο, …ξεχνάει να βγει».

Έτσι πορεύτηκες… Ακούραστος, αθόρυβος και πάντοτε χαμογελαστός.

Έλιωσες όρθιος, πιστός στον όρκο σου.

Πάλεψες παλικαρίσια με το «θεριό», με αξιοπρέπεια, ώσπου μια ανοιξιάτικη μέρα έφυγες τελικά, για να ξεκουραστείς στους φωτεινούς ουράνιους λειμώνες.

 

Όμως, Τάκη, τι κι αν είναι άνοιξη; Στην Πλατεία έπεσε ξάφνου αφύσικη παγωνιά…

Κι οι φίλοι σου σε ψάχνουμε βουβοί, κοιτάζοντας αμήχανα ολόγυρα, γιατί δεν θέλουμε και δεν μπορούμε να το πιστέψουμε.

-Δεν μάθατε ότι ο γιατρός έφυγε; Πάει μάλλον να προλάβει, γιατί σήμερα στους Ουρανούς στήνεται μεγάλο «Αντάμωμα», μετά βαΐων και κλάδων και λεβέντικα ακούγονται να θρηνούν τα Σαρακατσανέικα κλαρίνα…

 

Αντίο, φίλε…

Δεν γίνεται, άραγε, να πιούμε κι απόψε μαζί το τελευταίο;

Προφανώς όχι…

Αλλά ξέρω πως κάπου θα καρτεράς και θα μας περιμένεις, ε;

Γιώργος Τσιντσίνης





Παρακαλούμε κοινοποιήστε το λινκ.