Θεοφρόνως ή Θεοφόνως; (από τον π. Γεώργιο Γεωργιάδη)








Η 7η ωδή (ζ΄) κάθε ψαλτικού κανόνος, είναι αφιερωμένη στήν «προσευχή τών τριών εν καμίνω παίδων» (Δανιήλ, 3). Αυτόν τόν καιρό λένε οι καταβασίες: «Ουκ ελάτρευσαν τή κτίσει οι θεόφρονες … ανδρείως πατήσαντες … ».

Οι τρείς παίδες περί τό έτος 600 π.Χ. δέν φοβήθηκαν στήν απειλή να τούς κάψουν οι βαβυλώνιοι, και παρέμειναν Θεόφρονες. Ο Θεός έκανε τίς φλόγες να μήν τούς βλάπτουν. Βέβαια, -θεία βουλήσει-, κάποιοι άλλοι άγιοι θανατώθηκαν στήν πυρά, αλλά αυτό ούτε έχει πολλή σημασία, ούτε είναι το θέμα τού παρόντος κειμένου. Οι εν λόγω άγιοι ήσαν πρίν, και παρέμειναν «θεόφρονες». Τουτέστιν, είχαν απαρεγκλίτως ως ορόσημο να παραμείνουν στίς θείες εντολές, δίχως να προσπαθούν με έντεχνους τρόπους και ψευδοθρησκευτικά παραθυράκια να αυτοδιαφημίζονται ή/και να θεωρούν τούς εαυτούς τους πρότυπα μιμήσεως.

«Γενόμεθα άγιοι», μάς προτρέπουν τόσα και τόσα κείμενα. Αλλά πώς θα τό επιτύχουμε αυτό;

  1. Με τήν υψηγορία που διακατεχόμεθα, και θεωρούμε εαυτούς ως τούς κατ’ εξοχήν κριτές;
  2. Με τήν αλαζονεία που μάς κυριεύει, και θεωρούμε εαυτούς κατ’ εξοχήν διδασκάλους;
  3. Με τήν μωρία που μάς σκέπει, και στόν ναό επιδεικνύουμε τά ωραία ενδύματα-υποδήματα που πρόσφατα αγοράσαμε;
  4. Με τήν αθυροστομία που συχνά μάς καταλαμβάνει, και κατά τούς καφέδες έχουμε χίλια-δυό αρνητικά να πούμε γιά τούς άλλους, καθ’ ήν στιγμήν ουδέποτε ελέγξαμε τόν εαυτό μας;
  5. Με τήν έπαρσιν που συχνά-πυκνά μάς διαπερνά και προβάλουμε τί είπαν οι «άγιοι Πατέρες», καθ’ ήν στιγμήν ούτε μίαν παράγραφο εκ τών κειμένων τους έχουμε ποτέ διαβάσει;
  6. Με τήν υπερανεύθυνη δικανικότητα που καθημερινά εφαρμόζουμε, όλως πανέτοιμοι να πλήξουμε όποιον δοκούμε οτι παρέβη «τά θεία», καθ’ ήν στιγμήν έχουμε ανεπίτρεπτη άγνοια ακόμη και τής Καινής Διαθήκης;
  7. Με τήν επιστημονική ανεπάρκεια που έχουν εκείνοι οι ψάλτες που νομίζουν οτι όσο περισσότερο «τά λέμε αργά» ή κάνουμε ανούσια ποικίλματα και άκαιρες μετατροπίες, τόσο γιά πιό κατηρτισμένους αοιδούς θα μάς νομίζει ο κόσμος; Αλλά γι’ αυτούς χρειάζεται ξεχωριστό άρθρο!

Τα πράγματα είναι πολύ απλά:

Α.      Οι μέν πραγματικοί «Θεόφρονες»:

  1. Κρίνουν καθημερινά αμερολήπτως τόν εαυτό τους.
  2. Διαβάζουν, πυνθάνονται, γιά να ενημερώσουν τόν εαυτό τους.
  3. Έχουν αντιληφθεί οτι η πραγματική ομορφιά υπάρχει στήν λιτότητα.
  4. Αν κάποτε βλέπουν οτι κάποιος συνάνθρωπός μας έχει κάτι αρνητικό (και στήν χειρότερη περίπτωση τό σχολιάσουν), απαραιτήτως θα συναναφέρουν καί τά θετικά του.
  5. Δέν εκστομίζουν έτσι απρόσεκτα πομπώδεις φράσεις και τίτλους βιβλίων, προκειμένου να αφήσουν να εννοηθεί οτι τά έχουν μελετήσει.
  6. Έχουν επαρκώς επίγνωση τής αυτονόητης ανεπάρκειας που έχουν οι πλείστοι τών ανθρώπων στό να δικάζουν, δεδομένου οτι οι ίδιοι οι επαγγελματίες δικηγόροι (ως σώφρονες που όλοι τους είναι), ομολογούν οτι μόνο σε ένα μικρό τμήμα τής δικονομίας έχουν κάποια πείρα – ειδικότητα, γιά να εκφέρουν άμεσα γνώμη.
  7. Οι δε ψάλτες, εάν είναι σώφρονες θα έχουν δεκάδες φορές λεπτομερώς μελετήσει τά αυριανά, και συχνά θα τούς απασχολεί τό παραμεληθέν θέμα τής «Μορφολογίας». Συνάμα, αισθάνονται άβολα όποτε αρχίζουν και ξεφεύγουν ταλαιπωρούντες τόν κόσμο, προκειμένου να επιδείξουν τό (συχνότατα “δήθεν”) ταλέντο τους.

Β.      Ας δούμε τώρα τήν άλλη πλευρά τού ζυγού, δηλ. τούς «Θεόφονες»:

  1. Ψέγουν τούς άλλους, ακόμη και γιά ίδια ατοπήματα που έχουν περιπέσει καί οι ίδιοι στό παρελθόν. Η εύκολη δικαιολογία: «Με μένα ήταν διαφορετικά τα πράγματα».
  2. Δέν διαβάζουν τά δέοντα θρησκευτικά βιβλία που θα τούς συνετήσουν. Τούς συνεπαίρνουν κάποια δευτερεύοντα βιβλία, τα οποία δυστυχώς θυμίζουν Άρλεκιν – νουβέλες.
  3. «Πάω που πάω εκκλησία ή σε θρησκευτικές συγκεντρώσεις, να μήν καταδείξω οτι στολιστικά εγώ υπερέχω από κάποιες άλλες φουκαριάρες»;
  4. Συχνά αδυνατούν να ξεχωρίσουν τόν Μάρκο ευαγγελιστή από τόν Μάρκο Ευγενικό, κι ας τούς χωρίζουν 14 αιώνες. Γιά έναν περίεργο λόγο, αισθάνονται σάν τόν Migne (1800-1875) επαρκώς πεφωτισμένοι να προτάξουν τό τί έγραψαν οι θείοι Πατέρες!
  5. Δέν βλέπουν και τίποτε κακό στό να λέν σε πάσα ευκαιρία τίς παρεκτροπές κάποιου άλλου. Στό κάτω-κάτω, τό κάνουν γιά να μήν περιπέσουμε κι εμείς στά παρόμοια (!). Βέβαια, εάν αυτός ο κάποιος βρίθει σωρείας προτερημάτων δέν πρέπει αυτά να τά αναφέρουμε, διότι «θα χαλάσουμε τήν μαγιά».
  6. Όλα αυτά μοιραίως και αναποφεύκτως μάς οδηγούν στό να δικαιούμαστε να είμαστε διαπιστωμένοι κατήγοροι. Η ανυπαρξία αυτοκριτικής, μάς οδήγησε στήν ανεξάρνητη διαπίστωση οτι εμείς είμαστε καλύτεροι τού δακτυλοδεικτούμενου, οπότε κατά συνέπεια δυνάμεθα να τόν θέσουμε «υπό τό πόδιον».
  7. Οι δε στελεχωτές ψαλτηριών υπό τό κράτος τού κατακρίματος που χαρακτηρίζει τόν μουσικό χώρο οτι: «ναί μέν δέν είμαι άψογος, αλλά νά, κάτι λίγα μού υπολείπονται γιά να είμαι στό 100%», αυτοδιασύρονται από τούς ενίοτε πραγματικούς μουσικούς γνώστες που περιστασιακά θα βρεθούν στόν ναό τους (π.χ. λόγω ενός μνημοσύνου).

Πού υπάγεται λοιπόν ο κάθε ένας από εμάς; Στούς Θεόφρονες ή στούς Θεόφονες; Ξαναρίχτε μιά ματιά στήν Α΄ επτάδα, και κατόπιν στήν Β΄ επτάδα βιωμάτων. Ευελπιστώ να μήν βρεθεί κανείς να ισχυριστεί οτι οι άγιοι επιδίωκαν τήν δεύτερη.

Υπήρχαν και υπάρχουν πάντα οι αμετανόητοι, οι οποίοι έχουν από παλιά δημιουργήσει έναν δικό τους χριστιανισμό, με υποκειμενικές αξίες, αντιλήψεις, νουθεσίες. Τόν έχτισαν και περιχαράκωσαν με τόσο γερά υλικά, ώστε αντί να κλείσουν τούς αντίχριστους απ’ έξω, κλείστηκαν μόνοι τους μέσα σε Θεόφονο χώρο. Τα υλικά αυτά είναι τόσο μα τόσο γερά, ώστε τούς φαίνεται αδιανόητο κάποια πράγματα να είναι διαφορετικά απ’ ό,τι τά έχουν δομήσει. Δέν δίνουν λογαρισμό, διότι ξέρουν οτι δέν αντέχουν στήν επιχειρηματολογία. Άλλωστε έχουν έτοιμη στό τσεπάκι τους τήν πιό τριφηλή: «Αυτά τά έχουμε βρεί έτσι απ’ τούς παππούδες & προπαππούδες». Το ταμπούρωμα σε αυτά τά σαθρά χαρακώματα είναι τόσο σφικτό, ώστε αδυνατούν να δούν κατάματα οτι επίσης αυτοαναιρούνται, τοποθετούντες τούς παππούδες τους στήν θέση καθηγητού Πανεπιστημίου Θεολογίας. Κι ας ξέρουν οτι ούτε Δημοτικό δέν τέλειωσαν!

π. Γεώργιος Γεωργιάδης

Τ., 12/11ου/2019





Παρακαλούμε κοινοποιήστε το λινκ.