Ο Κώστας Μπιζάτης θυμάται πορεία 33 ετών στα γήπεδα του τοπικού μας ποδοσφαίρου








Συνέντευξη με τον παλαίμαχο ποδοσφαιριστή Κώστα Μπιζάτη η οποία δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “Λαός του Αλμυρού”, έκδοση 20ής Φεβρουαρίου 2021.

Ποδοσφαιρική πορεία 33 ετών στα γήπεδα του νομού Μαγνησίας και όχι μόνο!!! Ξεκίνησε από την Ευξεινούπολη στα 14 χρόνια του κι ολοκλήρωσε στον Πλάτανο στα 47. Πρόλαβε να παίξει συμπαίκτης με το γιο του. Υπήρξε ένας από τους πλέον αξιόλογους παίκτες των δεκαετιών 1970-1980-1990. Αρχηγός του ΓΣΑ για πολλές σεζόν. Κορυφαίος ανασταλτικός χαφ και αργότερα λίμπερο. Αναφερόμαστε στον Κώστα Μπιζάτη, ο οποίος έγραψε τις δικές του, πολυάριθμες…, σελίδες ιστορίας στο τοπικό μας ποδόσφαιρο.

Τα τελευταία χρόνια μένει μόνιμα στη Λάρισα. Όταν επικοινωνήσαμε για να του ζητήσουμε να κάνουμε τη συνέντευξη, δήλωσε ιδιαίτερα χαρούμενος. Αφενός διότι παρακολουθεί με ενδιαφέρον μέσω ίντερνετ τα ρετρό αφιερώματα του «Λαού» σε παίκτες κι ομάδες, αφετέρου διότι έζησε εξαιρετικές στιγμές στα γήπεδα τις οποίες ήταν ευκαιρία να θυμηθεί με νοσταλγία. Η συνέντευξη δόθηκε τηλεφωνικώς. Για περίπου μία ώρα, στην άλλη άκρη της γραμμής, ο Κώστας Μπιζάτης θυμήθηκε προπονητές, συμπαίκτες, ομάδες, αντιπάλους… Θυμήθηκε το ποδόσφαιρο όπως το έζησε σε πρώτο πρόσωπο. Για αυτό, η συνέντευξη που θα διαβάσετε παρακάτω δεν έχει ερωτήσεις… είναι οι ενδιαφέρουσες αναμνήσεις που είχε να μας πει αυτός ο σπουδαίος άσος του παρελθόντος…

Κατάγομαι από την Ευξεινούπολη. Γεννήθηκα δίπλα στο γήπεδο του χωριού, από μικρός ήμουν στο ποδόσφαιρο. Έκανα ντεμπούτο το 1968 σε ηλικία 14 ετών με τη φανέλα της Δήμητρας σε επίσημο αγώνα πρωταθλήματος. Τότε δεν κάναμε οργανωμένες προπονήσεις, τρέχαμε στο ξερό γήπεδο με το μαύρο χώμα και τις πέτρες. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία και οι παλιότεροι στην ομάδα παίκτες ήταν αυτοί, που μαζί με τη διοίκηση, αποφάσιζαν για την ενδεκάδα. Συνήθως εκείνη την εποχή έπαιζαν οι ίδιοι έντεκα σε κάθε αγώνα, δύσκολα υπήρχαν αλλαγές από παιχνίδι σε παιχνίδι. Πρόλαβα τους πρώτους ποδοσφαιριστές της Δήμητρας, τον Νάκο Δεληζήση, τον Χατζηβασιλειάδη, τον Γοδινόπουλο. Ο πρώτος που πήρε μεταγραφή από την Δήμητρα στον ΓΣ Αλμυρού ήταν ο Πετρίδης. Σε ηλικία 17 ετών μετακομίσαμε οικογενειακώς στο Λαύριο. Εκεί έκανα προπονήσεις με την Λαυρεωτική. Υπήρξα συμπαίκτης για λίγο με τον Νίκο Βαμαβακούλα και τον αδερφό του. Δεν μπόρεσα να βγάλω δελτίο να αγωνιστώ σε αυτή την ομάδα. Αντιθέτως παρέμεινα ποδοσφαιριστής της Δήμητρας. Όταν υπηρετούσα τη στρατιωτική μου θητεία, η διοίκηση με έφερνε κάθε Σαββατοκύριακο στην Ευξεινούπολη με δικά της έξοδα για να αγωνιστώ στο πρωτάθλημα.

*****

Το 1977 πήγα στον ΓΣ Αλμυρού. Είχε τότε μεγάλη ομάδα. Κάθε χρόνο πήγαινε στον τελικό του Κυπέλλου και είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στο πρωτάθλημα. Επικεφαλής του διοικητικού συμβουλίου ήταν ο αείμνηστος Σπύρος Ράππος και γενικός αρχηγός ο Τάκης Καρπέτης. Θυμάμαι ότι είχαμε μία σεζόν χωρίς ήττα. Είχαμε κερδίσει όλα τα παιχνίδια εκτός από δύο που φέραμε ισοπαλία. Πετύχαμε πάνω από 140 γκολ και δεν είχαμε δεχθεί ούτε δέκα. Σε ένα πρωτάθλημα με ομαδάρες. Ευτύχησα να έχω συμπαίκτες ποδοσφαιριστές με μεγάλη ποιότητα. Ήμασταν είκοσι άτομα και ο προπονητής δεν ήξερε ποιον να βάλει στην αποστολή. Τότε ήταν δεκαεξάδα σε κάθε αγώνα. Ήταν μια μεταβατική περίοδος για το σύλλογο με σπουδαίες προσθήκες από τον Βόλο, ενώ παίρναμε χρήματα ως κίνητρο για να μην χάνουμε προπονήσεις. Υπήρχε συγκεκριμένο ποσό που η διοίκηση μας έδινε για νίκη στο γήπεδό μας, για νίκη εκτός έδρας ή τις ισοπαλίες. Ανεβήκαμε στη Δ’. Τότε ήταν που έφυγε ο Σταματίου. Η Δ’ ήταν τέσσερις όμιλοι, πηγαίναμε να αγωνιστούμε σε μακρινά μέρη. Όλα τα ταξίδια ήταν με διανυκτέρευση, ταξιδεύαμε από το Σάββατο. Προσφάτως διάβασα ότι κάηκε ολοσχερώς το ξενοδοχείο Τσάμης στην Καστοριά. Θυμήθηκα ότι ήμασταν οι πρώτοι που είχαμε πάει εκεί, το 1978, για αγώνα με την Αστραπή Μεσοποταμίας. Δυστυχώς εκείνη η ομάδα θα μπορούσε με το υλικό που διέθετε, να αγωνιστεί στην Β’ Εθνική. Έλειπε ένας οικονομικά ισχυρός παράγοντας για να κάνει ο ΓΣΑ το παραπάνω βήμα. Μία δύσκολη συγκυρία ήταν όταν αναδειχθήκαμε πρωταθλητές αλλά αντί να πάμε στο περιφερειακό, πέσαμε στη Β’ Τοπική. Το ξεχάσαμε εύκολα και συνεχίσαμε.

*****

Στα μέσα της δεκαετίας του 1980, συνυπήρξαμε στον ΓΣΑ εννιά Ευξενιουπολίτες! Εγώ, ο Καλαϊτζόγλου, ο Φωτιάδης, ο Γιάννης και ο Θανάσης Τσαπάρας, ο Γιώργος Τσέκας, ο Κώστας Μπέκας, ο Κώστας Πρατής, ο Κώστας Καράτερζης. Μπορεί να ήταν κι άλλοι που ίσως ξεχνάω τώρα. Έχουν περάσει τόσα χρόνια… Η Ευξεινούπολη πάντα έβγαλε ωραίους ποδοσφαιριστές. Υπήρχε συνεργασία τότε μεταξύ του ΓΣΑ και των υπολοίπων συλλόγων. Ο ΓΣΑ ήταν η κορυφή και όλοι οι παίκτες από τα χωριά ήθελαν να φορέσουν τη φανέλα του και να αναδειχθούν. Πιο πριν η κόντρα ήταν μεγάλη στα μεταξύ μας παιχνίδια. Η Δήμητρα πάντα έπαιζε με μεγαλύτερο πάθος. Πάντα σε αγωνιστικά επίπεδα. Μέσα στον αγωνιστικό χώρο ήμασταν αντίπαλοι, μετά τον αγώνα όμως φίλοι, βγαίναμε μαζί και ήταν ευχάριστη η λεγόμενη καζούρα μετά από κάθε ντέρμπι. Η σίτα περιμετρικά από τον αγωνιστικό χώρο στο γήπεδο της Ευξεινούπολης ήταν γεμάτη παντού με φιλάθλους. Όσοι αργούσαν να έρθουν, ήταν αναγκασμένοι να μένουν πιο πίσω, στη δεύτερη ή Τρίτη σειρά και δεν έβλεπαν καλά τον αγώνα.

*****

Ξεκίνησα να παίζω σαν εξάρι, μαζί με τον Βασίλη Βασιλάκο και τον Κώστα Σταματίου. Εγώ και ο Σταματίου ήμασταν τα τρεχαντήρια, ο Βασιλάκος κοιτούσε πιο πολύ την επίθεση. Είχαμε συνθέσει μία εξαιρετική τριάδα στη μεσαία γραμμή του ΓΣ Αλμυρού. Στη θέση μου έπαιζε ο Ρουμελιώτης που προέρχονταν από την Νίκη Βόλου. Όταν αρρώστησε, μετά από τέσσερα-πέντε παιχνίδια μπήκα στην ενδεκάδα και καθιερώθηκα. Με προπονητή τον Καζανίδη. Είχαμε είκοσι ισάξιους παίκτες, μια πλήρης ομάδα. Ανυπομονούσαμε να πάμε για προπόνηση. Προσωπικά μου άρεσε πολύ να βρίσκομαι στο γήπεδο να προπονούμαι, είναι το άλφα και το ωμέγα για κάθε ποδοσφαιριστή. Αργότερα όταν έφυγε ο Ζάμπας, γύρισα πιο πίσω, ήμουν λίμπερο. Αγωνίστηκα στον ΓΣΑ δεκατέσσερα συνεχόμενα χρόνια, από το 1977 έως το 1991 και μετά άλλα δύο. Τα περισσότερα είχα την τιμή να φοράω το περιβραχιόνιο του αρχηγού.

*****

Στο τελείωμα της δεκαετίας του 1970 και καθ’ όλη την επόμενη, ο ΓΣΑ είχε μεγάλες ομάδες. Όποτε πηγαίναμε να παίξουμε εκτός έδρας, έρχονταν να δουν το ποδόσφαιρό μας, να χορτάσουν μπάλα. Ακόμη και τώρα με βρίσκουν φίλοι ή γνωστοί στη Λάρισα και μου διηγούνται ότι παρακολουθούσαν τον Αλμυρό όταν έπαιζε στα μέρη τους διότι απέδιδε ωραίο θέαμα. Δεν διώχναμε την μπάλα, παίζαμε με πάσες και κατοχή της μπάλας.

*****

Ύστερα από τόσα χρόνια στο ποδόσφαιρο, μου έμεινε η πικρία ότι δεν μπόρεσα να αγωνιστώ σε υψηλότερο επίπεδο. Ξέρω ότι είχα τις δυνατότητες, όχι μόνο εγώ αλλά κι άλλοι συμπαίκτες μου. Είχα προτάσεις για μεταγραφή στον Ολυμπιακό Βόλου και τον Αχιλλέα Φαρσάλων που ήταν επαγγελματικοί σύλλογοι. Στον Ολυμπιακό, σε ηλικία 25 ετών, πήγα να δοκιμαστώ, κάναμε προπονήσεις αλλά κάτι στράβωσε και έτσι δεν προχώρησε η μεταγραφή. Ήταν μια καλή ευκαιρία για μένα…

*****

Θεωρώ ότι η καλύτερη ομάδα του ΓΣΑ ήταν αυτή της περιόδου 78-79 και 79-80. Στο τέρμα ο Τάκης Τάσσιος, στόπερ οι Ζάμπας, Τζαφλέρης, αριστερά ο Ανδρέου και δεξιά ο Λέλης στην άμυνα. Τριάδα στο κέντρο εγώ, ο Σταματίου και ο Βασιλάκος, πιο μπροστά ο Ριζόπουλος με τον Μιχέα και τον Κουντούρη. Δεν ήξερε ο προπονητής ποιον να βάλει στην ενδεκάδα. Είχαμε πολύ ποιοτικό σύνολο. Παίρναμε δυο-τρεις παίκτες από τον Βόλο που πραγματικά κάνα τη διαφορά όπως ο Ζάμπας ή ο Κουτσοκώστας. Έμαθα πολλά δίπλα σε πρώην επαγγελματίες.

*****

Ξεχωρίζω ως εξαιρετικό προπονητή τον Καζανίδη που έζησα πολλά χρόνια. Ο Ηλίας Κούγιαλης ήταν επίσης ωραίος, θυμάμαι ότι έκανε πολύ εντατικό ζέσταμα, κουραζόμασταν από την προθέρμανση! Του άρεσε πολύ η προπόνηση, έφτιαξε προπονημένη ομάδα, όμως δεν μπορούσαμε να πάρουμε αποτελέσματα και έφυγε νωρίς. Είχα τη χαρά να δουλέψω και με τον Αντώνη Παππά. Απ’ όλους έμαθα σπουδαία πράγματα. Από συμπαίκτες, δεν θα ήθελα να ξεχωρίσω κάποιον. Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό διότι ήμουν συνδετικός κρίκος σε δύο διαφορετικές γενιές παικτών που τίμησαν για πολλά χρόνια την κυανόλευκη φανέλα του ΓΣΑ. Έπαιξα συμπαίκτης με τους μεγαλύτερους σε ηλικία που ξεκίνησαν τη δεκαετία του 1960 αλλά και με αυτούς που καθιερώθηκαν και «κουβάλησαν» στις πλάτες τους το σύλλογο τη δεκαετία του 1980 και μετά.

*****

Θεωρώ ότι είχα έφεση στο σκοράρισμα διότι πάντα κατέβαινα στην αντίπαλη μεγάλη περιοχή στα στημένα, είτε ήταν φάουλ είτε κόρνερ. Σημείωσα αρκετά γκολ.  Δεν θα ξεχάσω έναν ματς στο γήπεδο της Τούμπας που δώσαμε με αντίπαλο τον ΠΑΟΚ στο πλαίσιο της μεταγραφής του Βασιλάκου. Χάσαμε με πολλά γκολ. Αλλά αντιμετωπίσαμε τον Κούδα και τους άλλους παικταράδες του ΠΑΟΚ. Αυτό το ματς μου έχει μείνει χαραγμένο στη μνήμη.

****

Το 1991-92 αγωνίστηκα για μία σεζόν σε άλλη μία ιστορική ομάδα του νομού μας, τον Ρήγα Φεραίο και το καλοκαίρι του 1993 πήγα στον Πύρασο. Στη Νέα Αγχίαλο έπαιξα δύο σεζόν και δέθηκα πολύ με το σύλλογοι και τους ανθρώπους του. Ήταν η πρώτη χρονιά που ο αείμνηστος πρόεδρος Γιάννης Κουτσικόπουλος είχε τοποθετήσει χορτάρι στο γήπεδο. Ευχαριστιόμασταν το ποδόσφαιρο. Είχαν δώσει αρκετά χρήματα για μεταγραφές. Η ομάδα διέθετε πολύ καλό ντόπιο κορμό και τέσσερις-πέντε παίκτες εκτός Ν. Αγχιάλου που ήξεραν από πρωταθλητισμό. Πρώτη αγωνιστική της σεζόν 1992-93 κερδίζουμε 1-3 στον Βόλο την Δάφνη που τότε ήταν δύναμη στο τοπικό. Στο τέλος της σεζόν πήρε τον τίτλο. Σκόραρα ένα γκολ που θυμάμαι σαν να συνέβαινε τώρα η φάση. Ο Γιώργου εκτέλεσε φάουλ κι εγώ έστειλα την μπάλα στα δίχτυα με φαλτσαριστή κεφαλιά-ψαράκι. Το 1992-93 τερματίσαμε στην τρίτη θέση  με προπονητή τον Καϊμάκη. Μέχρι το 2008, αυτή η καλύτερη σεζόν στην ιστορία του Πυράσου. Την επόμενη χρονιά ήμασταν πέμπτοι στην κατάταξη, με προπονητή τον Καϊμάκη και μετά τον Λάκη Μπακάλη. Αυτό που μου άρεσε στον Πύρασο ήταν η πολύ καλή παρέα που δημιουργήσαμε. Οι ντόπιοι παίκτες δεν είχαν συνηθίσει μετά την προπόνηση να βρίσκονται στην καφετέρια. Τότε το καθιερώσαμε, γίναμε οικογένεια. Παίζαμε ωραίο ποδόσφαιρο, μαζέψαμε τους φιλάθλους στο γήπεδο, γέμιζε σε κάθε αγώνα. Για μεγάλο διάστημα ήμασταν στην πρώτη θέση. Καλοί παίκτες και καλά παιδιά.

*****

Τη σεζόν 1994-95 φόρεσα τη φανέλα των Μυρμηδόνων Πλατάνου. Μετά γύρισα στον ΓΣΑ για μία διετία, το 1996 πήραμε το πρωτάθλημα. Έπαιξα ένα χρόνο στον Αίαντα Σούρπης, άλλες δύο σεζόν στους Μυρμηδόνες και ξαναγύρισα στον ΓΣΑ. Εκεί, με προπονητή τον Βαγγέλη Βουρούκο, τον μεγάλο αυτόν δάσκαλο του ποδοσφαίρου που έφυγε πρόωρα από τη ζωή, είχα την τύχη να παίξω συμπαίκτης με τον γιο μου Αποστόλη! Τελείωσα την ποδοσφαιρική μου διαδρομή σε ηλικία 47 ετών στους Μυρμηδόνες. Όνειρό μου ήταν να τελειώσω από ‘κει που ξεκίνησα, στην Ευξεινούπολη, αλλά δεν υπήρξε ενδιαφέρον από την Δήμητρα.

*****

Ήμουν 33 χρόνια στα γήπεδα!!! Από 14 έως 47 ετών! Έζησα την εξέλιξη του ποδοσφαίρου. Κάθε δεκαετία είχε πολύ μεγάλη διαφορά από την επόμενη. Βελτιώθηκαν τα γήπεδα, σε πολλά μπήκε χορτάρι και το ποδόσφαιρο έγινε πιο ποιοτικό, πιο ομαδικό. Χάθηκε ωστόσο όσο περνούσαν τα χρόνια το δέσιμο με την ομάδα, να «παίζουμε για τη φανέλα» όπως συνηθίζεται να λέμε. Τώρα οι ποδοσφαιριστές είναι γυρολόγοι και τα χρήματα είναι αυτοσκοπός. Και τότε υπήρχαν αλλά περισσότερο ως κίνητρο. Η φανέλα έπαιζε μεγάλο ρόλο. Αγάπησα τον ΓΣ Αλμυρού και είμαι χαρούμενος για την πορεία που έκανα με το σύλλογο όλα αυτά τα χρόνια. Οι φίλαθλοι θυμούνται τον τρόπο παιχνιδιού μου και είμαι χαρούμενος που αναγνωρίζουν την ποδοσφαιρική μου πορεία. Φίλοι κι αντίπαλοι με αναγνωρίζουν και έχουν έναν καλό λόγο να πουν. Θεωρώ ότι είναι αυτό είναι το καλύτερο παράσημο στον αθλητισμό. Έφυγα από το ποδόσφαιρο γεμάτος με εμπειρίες που έχουν μείνει χαραγμένες για μια ζωή… Έκανα πολλούς φίλους σ’ όλες τις ομάδες που αγωνίστηκα, πέρα από τα αποτελέσματα, αυτό που μας ενδιέφερε τότε ήταν να κάνουμε παρέα. Ήμασταν αγαπημένοι, γι’ αυτό και είχαμε πολύ καλή πορεία με τον ΓΣΑ.

*****

Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια ζω στη Λάρισα. Παρακολουθώ όμως την πορεία του ΓΣΑ, της Δήμητρας, του Πυράσου και των άλλων συλλόγων μέσα από τα διάφορα δημοσιεύματα στο ίντερνετ. Είμαι σε επαφή με παλιούς συμπαίκτες μέσω facebook, ενώ μιλάω και μαθαίνω τα νέα των ομάδων από τον Κώστα Πρατή με τον οποίον μεγαλώσαμε μαζί και τον Τάκη Τάσσιο.  Στεναχωριέμαι που ο Γυμναστικός δεν έχει πολλά ντόπια παιδιά, είμαι χαρούμενος ωστόσο που για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά βρίσκεται στη Γ’ Εθνική. Χάρηκα επίσης με την άνοδο της Δήμητρας, το χωριό και ο σύλλογος άξιζαν μία τέτοια επιτυχία. Εύχομαι το καλύτερο κι για τους δύο. Θα μου άρεσε τη φετινή σεζόν να αναβίωνε αυτή η κόντρα, θα θυμόμουν τα παλιά χρόνια, για αυτό θα ερχόμουν να έρθω στον Αλμυρό τόσο για το ματς του πρώτου γύρου όσο και αυτό του δευτέρου. Είναι δύσκολη η εποχή με την πανδημία του κορωνοϊού, γενικότερα στη ζωή μας αλλά και ειδικότερα στο χώρο του αθλητισμού. Εύχομαι να την ξεπεράσουμε γρήγορα με τον καλύτερο τρόπο και να βρεθούμε ξανά στα γήπεδα…





Παρακαλούμε κοινοποιήστε το λινκ.