Κυριακή Α Νηστειών (Ορθοδοξίας) – του Αρχιμ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΓΙΑΝΝΙΟΥ








του Αρχιμ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΓΙΑΝΝΙΟΥ

εφημερίου Ι.Ν.Κοιμήσεως της Θεοτόκου Ευξεινουπόλεως

Στο πέρασμα των αιώνων υπήρξαν πολλές σπουδαίες ανακαλύψεις. Ορισμένες, μάλιστα, χαρακτηρίζονται ως μεγάλες και πολύτιμες για ολόκληρη την ανθρωπότητα. Η ανακάλυψη, όμως, του αποστόλου Φιλίππου, που περιγράφεται στο σημερινό Ευαγγέλιο, υπερέχει ασύγκριτα όλων των άλλων.

Ο Φίλιππος αναζητούσε τον Θεό. Ανέμενε κι εκείνος, όπως όλοι οι ομοεθνείς του, την έλευση του Μεσσία. Μελετούσε τις Γραφές και ερευνούσε τους Προφήτες. Και τελικά, στα μέρη της Γαλιλαίας, αξιώθηκε να συναντήσει και να γνωρίσει προσωπικά τον Χριστό. Αυτή τη μεγάλη ανακάλυψη, που συγκλόνισε την ύπαρξή του, διακήρυξε με ενθουσιασμό στον Ναθαναήλ: «Όν έγραψε Μωυσής εν τω νόμω και οι προφήται, ευρήκαμεν Ιησούν… τον από Ναζαρέτ».

Η Εκκλησία σε ρόλο αντίστοιχο μ’ εκείνον του αποστόλου Φιλίππου, σήμερα, Κυριακή της Ορθοδοξίας, ημέρα του θριάμβου της αλήθειας κατά των αιρέσεων, ομολογεί και διακηρύττει με στεντόρεια φωνή την πίστη, τη βεβαιότητα και την ελπίδα της: «…Ούτω φρονούμεν, ούτω λαλούμεν, ούτω κηρύσσομεν Χριστόν τον αληθινόν Θεόν ημών. Αύτη η πίστις των αποστόλων, αύτη η πίστις των πατέρων, αύτη η πίστις των ορθοδόξων…». Η διακήρυξη αυτή δεν είναι ένα ιδεολογικό ή φιλοσοφικό σύνθημα, ούτε μια στείρα θριαμβολογία. Είναι ο πυρήνας και το θεμέλιο της Εκκλησίας. Γιατί η Εκκλησία είναι Αυτός ο Χριστός που παρατείνεται στους αιώνες. Ο Χριστός, όπως Τον παρέδωσαν οι Απόστολοι, όπως Τον δίδαξαν οι Πατέρες, όπως Τον δογμάτισαν οι Οικουμενικές Σύνοδοι, όπως Τον βίωσαν, ανά τους αιώνες, οι Άγιοι.

Αυτό είναι και το νόημα της σημερινής εορτής, κατά την οποία πανηγυρίζουμε την αναστήλωση των εικόνων. Οι εικονομάχοι, στηριζόμενοι στα χωρία της Αγίας Γραφής «ου ποιήσεις σεαυτώ είδωλον ουδέ παντός ομοίωμα…» και «Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε», αλλά και επηρεασμένοι από τις ανεικονικές αντιλήψεις της Ανατολής, ισχυρίζονταν ότι με τις εικόνες αλλοιωνόταν ο πνευματικός χαρακτήρας του Χριστιανισμού και οδηγούνταν στην ειδωλολατρία. Στην πραγματικότητα πίσω από την εικονομαχία κρυβόταν μια μεγάλη αίρεση, ο Μανιχαϊσμός, που δίδασκε ότι ο Χριστός δεν έγινε κατ’ ουσίαν άνθρωπος, αλλά ήλθε στον κόσμο και έπαθε φαινομενικά, «κατά δόκησιν», όχι πραγματικά. Μ’ αυτόν τον τρόπο ετίθετο υπό αμφισβήτηση η ενανθρώπηση του Χριστού και επομένως η ανακαίνιση και σωτηρία του ανθρώπου δι’ Αυτού.

Η Εκκλησία, με εκατόμβες μαρτύρων και ποταμούς αιμάτων, υπερασπίστηκε την αλήθεια. Επέμεινε ότι μπορούμε να εικονίζουμε τον Χριστό, αφού πραγματικά ενανθρώπησε. Διατράνωσε, ακόμα, ότι οι εικόνες δεν αποτελούν είδωλα, διότι αποτυπώνουν πρόσωπα και όντα υπαρκτά, ενώ τα είδωλα είναι «απάτης ομοιώματα», γιατί αναπαριστούν αντικείμενα ανύπαρκτα. Για μας ο Χριστός δεν είναι μια θεωρία, ένας συμβολισμός, ή μια ιδεατή μορφή, αλλά «ο ενανθρωπήσας Θεός Λόγος», στο πρόσωπο του Οποίου έγινε ορατός και προσιτός στους ανθρώπους ο αόρατος και απρόσιτος Θεός. Αυτόν τον Χριστό, τον «σαρκί οφθέντα Θεόν Λόγον και τοις ανθρώποις συναναστραφέντα», «Ον ακηκόαμεν, Ον εωράκαμεν τοις οφθαλμοίς ημών, Ον εθεασάμεθα και αι χείρες ημών εψηλάφησαν», Αυτόν εξεικονίζουμε και προσκυνούμε στις ιερές εικόνες, ομολογώντας, έτσι, ότι «ου δοκήσει ουδέ φαντασία, αλλ’ αληθεία τω κόσμω εφάνη».

Ιδιαιτέρως στην Ορθόδοξη Εκκλησία οι εικόνες δεν είναι γέννημα της φαντασίας του εκάστοτε καλλιτέχνη. Τα αρχέτυπα – ο Κύριος, η Παναγία, οι Άγιοι – είναι υπαρκτά, ιστορικά πρόσωπα με τα ιδιαίτερα προσωπικά χαρακτηριστικά τους. Οι Πατέρες της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου παρατηρούν χαρακτηριστικά: «Ιδόντες τον Κύριον, καθώς είδον, ιστορήσαντες εζωγράφησαν. Ιδόντες Ιάκωβον τον αδελφόν του Κυρίου, καθώς είδον αυτόν, ιστορήσαντες εζωγράφησαν…». Η αξία των εικόνων, ωστόσο, δεν εξαρτάται από τις καλλιτεχνικές ικανότητες του ζωγράφου, ούτε παραβλάπτεται η λειτουργικότητά τους από την αδεξιότητα του καλλιτέχνη να αποδώσει επιτυχώς τα χαρακτηριστικά του εικονιζομένου προσώπου. Κι αυτό διότι η προσκύνηση της εικόνας δεν απονέμεται στην αποτυπωμένη στο ξύλο μορφή, αλλά στο εικονιζόμενο πρόσωπο.

Εξάλλου, είναι φανερό ότι η βυζαντινή τέχνη δεν επιδιώκει ν’ αποδώσει πιστά και φυσιοκρατικά το ανθρώπινο πρόσωπο ή τον αισθητό κόσμο, αλλ’ έχει σκοπό να αναγάγει, νοητά, τον πιστό στις θείες πραγματικότητες και να του μεταδώσει τις αλήθειες της πίστεως.

Η Εκκλησία διδάσκει ότι η προσκύνηση που αποδίδουμε στην εικόνα δεν είναι λατρευτική, αφού η λατρεία προσφέρεται μόνο στον Τριαδικό Θεό, αλλά σχετική και τιμητική και, κατά τον ιερό Δαμασκηνό, «επί το πρωτότυπον διαβαίνει». Ασπαζόμενοι την εικόνα δεν τιμούμε την ύλη, το ξύλο και τα χρώματα, αλλά του «εικονιζομένου την υπόστασιν», και μέσω αυτού τον ίδιο τον Θεό. Οιεικόνες αποτελούν την «διά σχημάτων και χρωμάτων» έκφραση ολόκληρου του Ευαγγελίου, γι’ αυτό και είναι ισάξιες με το Ευαγγέλιο και τον Τίμιο Σταυρό. Με τη θέα τους διδάσκουν και παιδαγωγούν τους πιστούς «εν αήχω φωνή» και τους ανάγουν σε ζωντανή σχέση και μίμηση της ζωής των εικονιζομένων προσώπων.

Είναι, όπως γράφει ο Μέγας Βασίλειος, τα βιβλία των αγραμμάτων. Έναςσύγχρονος θεολόγος, μάλιστα, γράφει ότι οι εικόνες αποτελούν «οδηγό της θεώσεως του ανθρώπου». Έχουν, όμως, και πνευματική αξία οι εικόνες. Δεν είναι απλά αντικείμενα τέχνης αλλά πορθμεία και αγωγοί της Θείας Χάριτος. Ο Θεός, μέσω των αγίων Του, οι οποίοι είναι μυστικώς και κατά χάριν παρόντες στις εικόνες τους, μεταδίδει τη χάρη Του, αγιάζει και ζωοποιείτους πιστούς. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός σημειώνει ότι στις εικόνες των Αγίων «ανεκφοιτήτως ένεστι η του Πνεύματος χάρις» και ότι όπως «η προσκύνησις της εικόνος επί το πρωτότυπον διαβαίνει», κατά τον ίδιο τρόπο και «η αγιοποιός ενέργεια εκ του πρωτοτύπου εκπορεύεται».

Έχοντας, λοιπόν, κατά νουν τη θεολογία των ιερών εικόνων μπορούμε να κατανοήσουμε τους αγώνες της Εκκλησίας για την επικράτησή τους. Ας τις προσκυνούμε με πίστη και ευλάβεια κι ας μακαρίσουμε τη μνήμη όλων εκείνων που αγωνίστηκαν για την ορθόδοξη πίστη: «των της Ορθοδοξίας προμάχων … αιωνία η μνήμη».





Παρακαλούμε κοινοποιήστε το λινκ.