Η συμβολή του Αλμυρού στον Απελευθερωτικό Αγώνα του 1821 (μέρος Α) – Η συμβολή του μοναστηριού της Παναγίας Ξενιάς








Από ομιλία του κ. Βίκτωρα Κοντονάτσιου

Εν όψει της επετείου της 25ης Μαρτίου και ελλείψει ανοικτών εκδηλώσεων ή και σχολικών εορτών, θεωρήσαμε σωστό να ανατρέξουμε σε σχετικά με τον Αλμυρό και την επέτειο δημοσιεύματα-διαμάντια, των συνεργατών –τολμώ να πω- της εφημερίδας και μελών της Φιλαρχαίου, αυτά των κ. Βίκτωρα Κοντονάτσιου και κ. Τριαντάφυλλου Σπανού. Την επόμενη εβδομάδα το κείμενο του κ. Σπανού αναφέρεται σε συγκεκριμένους Αλμυριώτες αγωνιστές, ως μια αρχική αναφορά και καταγραφή τους. Αυτή την εβδομάδα αναδημοσιεύουμε κείμενο του κ. Κοντονάτσιου, το οποίο εκπόνησε και παρουσίασε για τις ανάγκες εκδήλωσης της Φιλαρχαίου και απόσπασμά του δημοσιεύσαμε στις 28 Μαρτίου του 2015. Το κείμενο αναφέρεται στη συμβολή των Αλμυριωτών, αλλά και του Μοναστηριού στον απελευθερωτικό αγώνα του 1821:

Εκείνο που χαρακτηρίζει ιδιαίτερα τον τόπο μας σε σχέση με τον απελευθερωτικό αγώνα του 1821, σε αντίθεση με άλλα μέρη της Ελλάδας, είναι ότι ενώ για πολλά άλλα μέρη ο αγώνας αυτός είχε ως τελικό αποτέλεσμα την ελευθερία και την ανεξαρτησία τους για μας είχε ως αποτέλεσμα σκληρότερη σκλαβιά, χειρότερα βασανιστήρια, περισσότερα θύματα.

Ενώ σ’ άλλα μέρη, μετά το τέλος του αγώνα του 21, γκρεμίζονταν τζαμιά και τούρκικα φρούρια σε μας υψώνονταν ο τουρκικός στρατώνας, εδώ δίπλα μας, στην απέναντι όχθη του Ξεριά για να γεμίσει με φυλακισμένους, να γίνει τόπος νέων βασανιστηρίων και πιο ισχυρότερα τα δεσμά της σκλαβιάς. Και ενώ σε άλλα μέρη οι αγωνιστές τους γύριζαν δοξασμένοι και τιμούνταν ως ήρωες παίρνοντας παράσημα, αξιώματα, περιουσίες και τιμητικές θέσεις στις τοπικές εκδηλώσεις, οι αγωνιστές τούτου του τόπου, οι δικοί μας αγωνιστές, όχι μόνο δεν τιμούνταν, όχι μόνο δεν έπαιρναν αξιώματα και δεν δοξάζονταν αλλά ούτε στην πατρίδα τους μπορούσαν να επιστρέψουν, όχι επειδή αυτή ήταν σκλαβωμένη αλλά γιατί τους απαγορευόταν. Έτσι έμειναν στα ξένα άγνωστοι και ξεχάστηκαν και αυτοί και η προσφορά τους.
Δεν μπορούσαν να γυρίσουν οι δικοί μας αγωνιστές στα σπίτια τους γιατί αντί για θερμή υποδοχή, τιμές, ζητωκραυγές και χειροκροτήματα, αντί για αξιώματα και αμοιβές, τους περίμενε η κρεμάλα και τα μπουντρούμια του τουρκικού στρατώνα. Αντί για ευχαριστίες, παράσημα, τιμητικές συντάξεις και προσφορά περιουσιακών στοιχείων, είχε δημευθεί από το τουρκικό δημόσιο η όποια περιουσία τους και είχαν γκρεμιστεί ή είχαν καεί τα σπίτια τους. Τα αγαπημένα πρόσωπα, γυναίκες, παιδιά, αδέλφια, γονείς, όσοι δεν είχαν προλάβει να φύγουν προς την ελεύθερη Ελλάδα, αντί να είναι στην πρώτη και τιμητική θέση για να τους υποδεχτούν, είχαν φυλακισθεί ή τα κουφάρια ήταν πεταμένα στο ρέμα του Ξεριά.
Οι αγωνιστές τούτου του τόπου, μετά το τέλος του αγώνα του 1821, όσοι βέβαια επέζησαν, πικραμένοι και απογοητευμένοι, πολλοί τραυματισμένοι και οι περισσότεροι σακατεμένοι από τις ταλαιπωρίες ενός δεκάχρονου αγώνα, στον οποίο είχαν ξοδέψει τα νιάτα τους και τα καλύτερα χρόνια της ζωής τους, απάτριδες και άοικοι, ζητούσαν καταφύγιο στην άλλη Ελλάδα, κυνηγημένοι, πρόσφυγες στην ίδια τους την χώρα.
Οι Αλμυριώτες αγωνιστές του 1821 είναι πολλοί αλλά, δυστυχώς, στην συντριπτική πλειονότητά τους παραμένουν άγνωστοι, πρώτα γιατί εδώ δεν έγινε καμία σημαντική μάχη γιατί οι συνθήκες δεν το επέτρεπαν.
Οι μάχες μεταξύ ανοργάνωτων στρατιωτικά κλέφτικων ομάδων εναντίον πάνοπλων στρατιωτικών μονάδων δεν μπορεί να γίνουν σε ανοικτές πεδιάδες, όπως του Αλμυρού. Εκτός από αυτό ο Αλμυρός και τα χωριά του ήταν πάντοτε έδρα μεγάλων τουρκικών στρατιωτικών μονάδων αλλά και κατοικούνταν από πολύ τουρκικό πληθυσμό.
Οι Έλληνες του αλμυριώτικου κάμπου δεν ζούσαν χωριστά από τους Τούρκους, σε δικές τους χωριστές συνοικίες. Τα σπίτια τους, λασπόχτιστα και χαμηλά, ήταν ανακατωμένα με τα τούρκικα. Οι ίδιοι οι Έλληνες Αλμυριώτες δεν ήθελαν να ζουν χωριστά. Ένιωθαν πιο ασφαλείς ανάμεσά στους Τούρκους. Όποτε οι τοπικοί παράγοντες θέλησαν να συγκεντρώσουν τους Έλληνες Αλμυριώτες σε ιδιαίτερες γειτονιές αυτοί αντιδρούσαν. Φοβούνταν μια μαζική επίθεση εναντίον τους ή μια γενική πυρκαγιά και λεηλασία. Αυτά δεν μπορούσαν να γίνουν όταν τούρκικα και ελληνικά σπίτια ήταν ανακατωμένα.
Στον Αλμυρό τα τουρκικά και τα ελληνικά σπίτια ήταν περίπου ίσα περίπου στον αριθμό. Στα 1848 στον Αλμυρό υπήρχαν 190 μουσουλμανικά σπίτια και 193 χριστιανικά και σ’ αυτά ζούσαν 443 άντρες μουσουλμάνοι και 441 χριστιανοί. Ωστόσο, παρ’ όλες τις αντίξοες αυτές συνθήκες έχουμε πολύ σημαντική συμμετοχή Αλμυριωτών στον αγώνα του 1821.

Η συμμετοχή του Μοναστηριού της Παναγίας Ξενιάς
Τις δυσκολίες αυτές της συμμετοχής της περιοχής μας στον απελευθερωτικό αγώνα του 21 ήρθε να καλύψει το Μοναστήρι της Παναγίας Ξενιάς. Οι κλέφτες της Όρθρης εύρισκαν σ’ αυτό ένα μόνιμο υποστηρικτή και συστηματικό πληροφοριοδότη αλλά και τον καθοδηγητή. Οι καλόγεροι τους χορηγούσαν τρόφιμα. Στο νοτιοδυτικό μέρος του περιβόλου του Πάνω Μοναστηριού υπήρχε μυστική είσοδος από την οποία έμπαινε ο έμπιστος αντιπρόσωπος των κλέφτικων ομάδων και έπαιρνε την όποια βοήθεια χρειάζονταν.
Υπήρχαν εκεί, από πολλά χρόνια πριν, χρησιμεύοντας για τις αποθηκευτικές διατροφικές ανάγκες των μοναχών, οι γνωστές, μέχρι τελευταία, «χαβούζες», υπόγειες δηλαδή σπηλιές, σκαμμένες σε δροσερά μέρη, στις οποίες κυκλοφορούσε κρύο νερό φυσικών πηγών. Αυτές οι «χαβούζες» ήταν τα φυσικά ψυγεία για την διατήρηση ευπαθών τροφίμων του Μοναστηριού από τα βυζαντινά χρόνια όταν οι μοναχοί έφταναν τους 600 και παραπάνω. Ὀταν η συντήρηση των κλεφτών της Όρθρης από αποκλειστική φροντίδα των ίδιων, όπως ήταν αρχικά, αποτέλεσε μέριμνα και άλλων συνεργατών τους, οι «χαβούζες» αυτές έπαιξαν σημαντικό ρόλο. Οι καλόγεροι διατηρούσαν σ’ αυτές τρόφιμα και τροφοδοτούνταν οι μυημένοι κλέφτες.
Αυτά δεν είναι αστήρικτες παραδόσεις. Είναι βεβαιωμένα γεγονότα. Ο Ευστάθιος Καλτσέτας, που είχε πολλές φορές διανυκτερεύσει στο Μοναστήρι, είχε μιλήσει γι’ αυτά με τους μοναχούς. Πολλά του είχε πει ο μοναχός Γαβριήλ Αδάμ από τη Σούρπη ο οποίος είχε ζήσει την επανάσταση του 21.
…Οι οικογένειες των καταδιωκόμενων κλεφτών του αλμυριώτικου κάμπου κατέφευγαν στα βουνά γύρω από το Μοναστήρι. Την τροφοδοσία και συντήρησή τους σ’ ολόκληρο το διάστημα του αγώνα την είχε αναλάβει το Μοναστήρι.
«Κατά την επταετή Ἑλληνικὴν Επανάστασιν», γράφει ο Καλτσέτας, «περί τας τρείς χιλιάδας γυναικόπαιδα διαιτώμενα ανά τους δρυμούς, σπήλαια καὶ φάραγγας της Όθρυος, ενώ οι άνδρες εμάχοντο, ετροφοδοτούντο από το οψοφυλάκιον της Μονής Ξενιάς»…
Στο Μοναστήρι της Ξενιάς, αρχές της εξέγερσης του 21, ήρθε καὶ είχε συνεργασία με τους μοναχούς του, ο Αθανάσιος Διάκος.
Με τον Αθανάσιο Διάκο συνεργάστηκε και ο νεαρός τότε μοναχός της Ξενιάς Γαβριήλ Αδάμ. Ο Γαβριήλ, 31 ετών τότε, ο οποίος πέθανε το 1908, σὲ ηλικία 118 χρόνων, διηγήθηκε το περιστατικό και στον Νικόλαο Γιαννόπουλο και στον Ευστάθιο Καλτσέτα. Στο Μοναστήρι της Ξενιάς σωζόταν σχετική επιστολή του Αθανασίου Διάκου. Ο Νικόλαος Γιαννόπουλος είχε πάρει αντίγραφό της για το αρχείο της Φιλαρχαίου Εταιρείας Αλμυρού.
Η επαφή αυτή του Αθανασίου Διάκου με τους καλογέρους της Ξενιάς, και με κάποιους λαϊκούς της περιοχής του Αλμυρού έγινε στο Κάτω Μοναστήρι, στη γνωστή θέση «Ράχοβο». Τονίζω εδώ μια λεπτομέρεια γιατί είναι πολύ χρήσιμη. Η τοποθεσία του παλιού Κάτω Μοναστηριού της Ξενιάς λεγόταν Ράχοβο. Οι μοναχοί της Κάτω Ξενιάς λέγονταν Ραχοβίτες, ενώ της Άνω Ξενιάς λέγονταν Ξενιώτες. Η επιστολή του Αθανασίου Διάκου, στις 28 Μαρτίου 1821, απευθυνόταν στους «Ραχοβίτες».

Το γράμμα του Αθανασίου Διάκου προς τους «Ραχοβίτες» είναι το εξής: «Αιδεσιμώτατε άγιε πρωτόπαπα και παπά δημήτρι ευλαβώς προσκυνώ, και αγαπητοί μου γεωργάκη σηδερά και γιάννη αλεξανδρή, Σας φανερόνω λαμβάνοντας το παρόν μου αμέσως να σηκοθήτε να μαζόξετε όλους τους ραγιάδες να μου τους ξημερόσετε τρίτη πουρνό εις Λυκούρασιν οπού θα έλθετε όλοι :200: διακόσι ονομάτοι και της ώρας μαζύ με τα άρματά σας να πάρετε και :10: φορτώματα ψωμί και κρασί και ελιές και όλον τον τζημπχανέν οπού έχετε μπαρούτην και κουρσούμια και να μου φέρετε και :6: έξη άλογα καλά μεζηλιάρικα και έτζη να μου ακολουθήσετε εξ αποστάσεως. υγιαίνετε.
Ο Γιάννης Αλεξανδρῆς και ο Γιωργάκης Σιδεράς θα οδηγούσαν τους διακόσιους αρματωμένους της περιοχής μας κοντά στο Διάκο με τις προμήθειες που θα τους εφοδίαζε το Μοναστήρι της Ξενιάς, ο άγιος πρωτόπαπας» (ηγούμενος του Μοναστηριού): δέκα μουλάρια φορτωμένα μὲ ψωμί, ελιές, κρασί και όλα τα άλλα εφόδια όσα είχαν στο Μοναστήρι, «όλον τον τζημπχανὲν». Μαζί τους θα κουβαλούσαν μπαρούτι και κουρσούμια (=βόλια) και έξι άλογα «καλὰ μεζηλιάρικα (=γρηγορπόδαρα, ταχυδρομικά».
Η συμβολή αυτή της Ξενιάς στον Αθανάσιο Διάκο ήταν μιὰ παράλληλη συμμετοχή της Ξενιάς, προς τη μεριά της Φθιώτιδας, πέρα από τη συμμετοχή της στη Μαγνησία. Τα διακόσια άτομα που έπρεπε σε συγκεκριμένη ώρα και μέρα, να βρεθούν στη «Λυκούραση», φιλοξενούνταν στην Ξενιά περιμένοντας αυτό το κάλεσμα.
Δεδομένου ότι η μάχη της Αλαμάνας έγινε στις 23 Απριλίου 1821 και η επιστολή του Διάκου προς τους «Ραχοβίτες» μοναχούς γράφτηκε στις 28 Μαρτίου 1821, ένα μήνα σχεδόν νωρίτερα, εκτιμούμε ότι αυτοί οι «διακόσιοι νοματέοι» που έφυγαν από την Ξενιά έλαβαν μέρος στη μάχη της Αλαμάνας…

Ωστόσο πολύ ενεργή ήταν η συμμετοχή της Ξενιάς στην εξέγερση που ετοιμαζόταν στην περιοχή του Αλμυρού. Σύμφωνα με το σχέδιο που υπῆρχε ο Αλμυρός και τα χωριά του θα ξεσηκώνονταν στις 8 Μαΐου 1821. Το σχέδιο όμως προδόθηκε στους Τούρκους του Αλμυρού και αυτοι ενήργησαν κεραυνοβόλα: έπιασαν όλα τα γυναικόπαιδα του Αλμυρού και τα έκλεισαν σε οχυρωμένα σπίτια, όπως στον πύργο του Μεμέτ Κουτσιούκου, απειλώντας ότι αν οι Αλμυριώτες έπαιρναν μέρος στο κίνημα να τα κάψουν όλα ζωντανά.
Έτσι η συμμετοχή των Αλμυριωτών στο απελευθερωτικό κίνημα δεν είχε τα αποτελέσματα που όλοι περίμεναν. Ο Άνθιμος Γαζής, αγνοώντας τι είχε γίνει στὸν Ἁλμυρό, σὲ γράμμα που έστειλε μία ημέρα μετά, στις 9 Μαΐου 1821, προς τους «άρχοντες της Ύδρας», έγραψε, ανάμεσα στα άλλα:
«Εις τας 7 του παρόντος εκινήθημεν κατά των τυράννων και μέρος εξ αυτών αιχμαλωτίσθησαν εις το κάστρον του Βόλου τους οποίους πολιορκούμεν και διά ξηράς και θαλάσσης και ελπίζομεν σήμερον ή αύριον να τους κυριεύσωμεν…Τα μέρη του Αρμυρού ἐκινήθησαν χτες,…».
Όταν μαθεύτηκε ότι οι Αλμυριώτες δεν ξεσηκώθηκαν, το ηθικό όσων πολιορκούσαν το κάστρο του Βόλου κλονίστηκε. Ο Αλμυριώτης καπετάνιος Ιωάννης Βελέντζας, μετά την αποτυχία του κινήματος στον Αλμυρό, με πενήντα παλικάρια κατέφυγε στο στρατόπεδο στο Τρίκερι για να συνεχίσει τον αγώνα μαζὶ με τον Γαρέφη, τον Μπασδέκη, τον Κοντονίκο και άλλους.
Οι καλόγεροι της Ξενιάς πηραν τρεις χιλιάδες γιδοπρόβατα και 150 βόδια και πέρασαν με καΐκια στο Τρίκερι να ενισχύσουν εκεί πλέον τους αγωνιστές. Όταν σταμάτησε ο αγώνας και γύρισαν στο Μοναστήρι από τις τρεις χιλιάδες γιδοπρόβατα έφεραν πίσω μόνο εβδομήντα και απὸ τα 150 βόδια μόνο ένα. Όλα είχαν δοθεί για τη συντήρηση των επαναστατικών ομάδων στο Τρίκερι.
Αυτά, πολύ περιληπτικά για τη συμμετοχή της περιοχής του Αλμυρού σε τοπικό επίπεδο στον αγώνα του 21…
Το 1921 ο Αλμυριώτης εισαγγελέας Φιλοποίμην Αρμυριώτης (Αρμυριώτης στο επίθετό του) έγραψε στον Ευστάθιο Καλτσέτα στον Αλμυρό: «Είμαι ο εγγονός του Παναγιώτου Ἁρμυριώτου, του οδηγήσαντος το επίλεκτον και ανδρείον σώμα των εκατόν είκοσι παλληκαρίων του Αλμυρού εις όλας, μηδεμιάς εξαιρουμένης, τας μάχας του ιερού άγώνος απὸ το 1821 μέχρι του 1828, πλην μόνης της του Βαλτετσίου, καθ’ ην ηγείτο αυτού ο αμέσως κατόπιν φονευθείς πρεσβύτερος αδελφός του ειρημένου πάππου μου Κωνσταντίνος, πεσών επί τωντειχών της Τριπόλεως κατά την ημέραν της αλώσεώς της υπό των ημετέρων». Άλλα εκατόν είκοσι, λοιπόν, παλληκάρια της περιοχής μας, με αρχηγό τον Παναγιώτη Αρμυρώτη, έλαβαν μέρος στον αγώνα του 21. Και αυτοί είναι όλοι άγνωστοι. Και ζητούν από εμάς να μάθουμε τουλάχιστον τα ονόματά τους. Και είναι θαρρώ χρέος μας.
Ένα πιστοποιητικό που βρήκα στην έρευνα που κάνω λέει: «Πιστοποιείται ότι ο κύριος Πανάγος Αθανασίου, εκ της κωμοπόλεως Πλατάνου της επαρχίας Αλμυρού, άμα ήκουσεν την φωνήν της πατρίδος προσκαλούσαν τα τέκνα της, δράξας τα όπλα επαρουσιάσθη επί κεφαλής πεντήκοντα περίπου στρατιωτών του και ηκολούθησεν τον υποφαινόμενον πάντοτε και διοικών ότε μεν είκοσι ότε δε με περισσοτέρους μέχρι των εκατών, εχαρακτηρίσθη ως αξιωματικός».
Άλλοι, λοιπόν, πενήντα έως εκατόν άντρες της περιοχής μας πολέμησαν με τον Πλατανιώτη Πανάγο Αθανασίου. Και αυτοί άγνωστοι και όλοι τους περιμένουν να γίνουν γνωστά τα ονόματά τους και η δράση τους. Και είναι και αυτό ένα χρέος δικό μας.
Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους η πολιτεία αποφάσισε να απονείμει ειδικά «αριστεία», στους πολεμιστές που με τους αγώνες τους χάρισαν την ελευθερία στο λαό μας. Τα «αριστεία» ήταν τριών βαθμών, τα χρυσά, τα χάλκινα και τα σιδερένια. Οι αγωνιστές που τα δικαιούνταν υπέβαλαν διά του τοπικού δημάρχου στην αρμόδια επιτροπή τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία. Αυτά ήταν βεβαιώσεις καπεταναίων ότι αυτός που υπέβαλλε την αίτηση είχε λάβει μέρος στον αγώνα, αναφέροντας τις μάχες στις οποίες είχε λάβει μέρος. Στις αιτήσεις αυτές αλλά και στις βεβαιώσεις δεν ήταν απαραίτητο να γραφεί ο τόπος καταγωγής του αιτούντος. Έτσι σε πολλές αιτήσεις και βεβαιώσεις λείπει ο τόπος καταγωγής, ιδιαίτερα για όσους η πατρίδα τους, όπως για τους Αλμυριώτες, βρισκόταν στην Τουρκία, στο Οθωμανικό, όπως έλεγαν.
Έτσι και όταν σε κάποιες βεβαιώσεις αναγραφόταν ο τόπος καταγωγής, αν ο αιτών δεν καταγόταν από την ελεύθερη Ελλάδα, αυτό που λέμε «Παλιά Ελλάδα», έγραφαν γενικώς «εκ του Οθωμανικού» χωρίς καμία άλλη λεπτομέρεια, όπως λέμε σήμερα «είναι Αλβανός», χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση. Και αυτό δεν ενοχλούσε κανένα. Ελάχιστοι επιδίωκαν περισσότερη εξειδίκευση. Μερικές φορές γραφόταν γενικά «εκ Θεσσαλίας» ή άλλες φορές «εκ θετταλικής Μαγνησίας».
Παρ’ όλα αυτά προσωπικά έχω εντοπίσει τα ονόματα καμιά ογδονταριά ίσως και μέχρι εκατό από αυτούς. Αρκετοί είναι από τη Μιντζέλα γιατί αυτοί γύρισαν και εγκαταστάθηκαν στην πατρίδα τους πρώτα γιατί αυτή ήταν ελεύθερη και ύστερα γιατί σ’ αυτήν είχαν μόλις εγκατασταθεί κυνηγημένοι από την Παλιά Μιντζέλα στο Πήλιο και μόλις είχαν χτίσει το νοικοκυριό τους.
Ο Πλατανιώτης στην καταγωγή Πανάγος Αθανασίου, έγραψε στην αναφορά του «Δέκα πλήρη έτη παρέρχονται, κ. Γραμματεύ, και αισθάνομαι ενδόμυχον λύπην, διότι ουδόλως ελήφθην υπ’ όψιν, χωρίς καν να τιμηθώ με το ανήκον μοι εθνόσημον ως πολλοί άλλοι, ουδὲ σπιθαμή γης μοι παρεχωρήθη καθό άπατρις και άοικος διά να δύναμαι να οικονομώ την δυστυχή οικογένειά μου, συνισταμένην απὸ 7 ψυχάς. Ήμουν άπατρις, άοικος, η οικογένειά μου ηχμαλωτίσθη και πολλούς άλλους κινδύνους και δυστυχίας έπαθον…».
Ο Γεώργιος Αλεξοχρήστου, πάλι από τον Πλάτανο, μετά τη λήξη του αγώνα κατέφυγε στο Ξηροχώρι. Κατέθεσε τα χαρτιά του για κάποιο αριστείο αλλά πέθανε χωρίς να δικαιωθεί. Ο γιος του, ιερέας στο Ξηροχώρι, έκανε νέα αίτηση για να δικαιωθούν οι αγώνες του πατέρα του: «Επειδή ο αποβιώσας πατήρ μου Γεώργιος Αλεξοχρήστου, φλεγόμενος από το αίσθημα της απελευθερώσεως και δραξάμενος τα όπλα εγκατέλειψε την οικογένειάν του άπατριν και απροστάτευτον».

(Στην ομιλία του ο κ. Βίκτωρας αναφέρει πολλές άλλες επιστολές με παρόμοιο περιεχόμενο, στις οποίες και μπορείτε να ανατρέξετε στο almyros.gr)
…Πρέπει να τους βρούμε. Να δημιουργήσουμε έτσι ένα λεύκωμα τοπικών ηρώων του 21. Ένα δικό μας «Ηρώον του 1821». Ένα «Λεύκωμα – Ηρώον» δικών μας προγόνων που θα αποτελεί δημιούργημα όλων μας και του καθένα από όλους εμάς χωριστά. Ένα λεύκωμα που θα στηθεί σ’ ένα Μουσείο, ένα Μουσείο που θα λέγεται «Μουσείο Τοπικής Ιστορίας και Πολιτισμού της Περιοχής Αλμυρού» και στο οποίο θα μπορεί ο καθένας σας να πεί: αυτόν τον αγωνιστή τον ανακάλυψα εγώ.
Καλούμε όλους να έρθουν για να χειροκροτήσουμε μία κοινή νίκη. Ελάτε όλοι να δημιουργήσουμε ένα «Λεύκωμα – Ηρώον» για να πάρουν ονόματα όλοι αυτοί οι δικοί μας ανώνυμοι ήρωες και να βρούν ένα «τάφο» στον τόπο που τους γέννησε.

(Ευχαριστούμε τον κ. Βίκτωρα Κων. Κοντονάτσιο που ακόμη μια φορά εμπλουτίζει την εφημερίδα μας, με τις γνώσεις του για την τοπική ιστορία και μας μεταλαμπαδεύει αξίας, αλλά και την αγάπη του για τον τόπο)





Παρακαλούμε κοινοποιήστε το λινκ.