Ημέρα μνήμης για τη Νέα Αγχίαλο – Η πυρπόληση από τους Ιταλούς στις 27 Απριλίου 1943










Ημέρες  μνήμης για τη Νέα Αγχίαλο αυτές που διανύουμε καθώς πριν από 78 χρόνια, οι Ιταλοί κατέλαβαν και πυρπόλησαν το χωριό, καταστρέφοντάς το ολοσχερώς.

Ήταν στις 18 Απριλίου 1943 όταν κανονιοφόρα πλοία από το Βόλο κατέστρεψαν τα πλοία που ήταν αγκυροβολημένα στο λιμάνι της Νέας Αγχιάλου και λίγες ημέρες αργότερα, βομβάρδισαν και την πόλη. Το πρωί της 27ης Απριλίου 1943, τρίτη ημέρα του Πάσχα, οι Ιταλοί λεηλάτησαν τη Ν. Αγχίαλο και η Κομαντάτ του Βόλου έδωσε την εντολή για την πυρπόληση.
Τους πρώτους μήνες του 1943 κατασκήνωσαν ανταρτικά σώματα στα βουνά της Όθρυος και του Μαυροβουνίου. Από το 1941 έως τις αρχές του 1943 υπήρχε ένα τμήμα καραμπινέρηδων, το οποίο αποσύρθηκε διότι η δύναμη τους ήταν μικρή και υπήρχε ο κίνδυνος των ανταρτών. Στις 25 Μαρτίου 1943 ένα απόσπασμα ανταρτών κατασκήνωσε στα βουνά της Νέας Αγχιάλου. Αποτελούνταν από 40 με 50 άντρες με αρχηγό τον Διάκο. Σκοπός τους ήταν η καταστροφή με νάρκες του δημόσιου δρόμου και η καταστροφή των γεφυριών, για να εμποδίσουν τη διάβαση πολεμοφοδίων προς το Νότο. Στις 18 Απριλίου 1943 κανονιοφόρο πλοία από τον Βόλο κατέστρεψαν τα πλοία που ήταν προσαραγμένα στο λιμάνι της Νέας Αγχιάλου. Στις 20 βομβάρδισαν και τη Νέα Αγχίαλο. Πέντε ημέρες αργότερα, στις 25 Απριλίου, οι αντάρτες, γνωρίζοντας ότι θα γίνει επιδρομή Ιταλών, αποσύρθηκαν στα βουνά της Γούρας. Στις 27 Απριλίου δόθηκε από τον Διοικητή του Βόλου η διαταγή για την πυρπόληση του χωριού. Οι Ιταλοί, για να πραγματοποιήσουν το σχέδιο τους, χωρίστηκαν σε ομάδες και η κάθε ομάδα ανέλαβε κι από μια συνοικία. Ήταν μεθυσμένοι κι ό,τι έβλεπαν μπροστά τους το κατέστρεφαν. Αυτή η μαρτυρία διασώθηκε από τις πληροφορίες που έδωσε η ηλικιωμένη Ελένη Χρυσού Στάθη, η οποία ήταν κατάκοιτη και τυφλή, γι’ αυτό και την μετέφεραν στο διπλανό σπίτι. Στη συνέχεια πήραν ό,τι βρήκαν μέσα στο σπίτι και στο τέλος το έκαψαν. Από τα 700 πέτρινα σπίτια τα 650 έγιναν στάχτη σε μία μέρα. Οι Ιταλοί κατέστρεψαν και το εξατάξιο δημοτικό σχολείο που είχε κτιστεί με δωρεά του Συγγρού το 1910. Στις 20 Απριλίου του 1943 οι τοίχοι του σχολείου κατατρυπήθηκαν από σφαίρες. Οκτώ ημέρες αργότερα, 28 Απριλίου, το κτίριο παραδόθηκε στις φλόγες καθώς έφευγαν οι Ιταλοί.

Στο «Λαό» φιλοξενούμε και τη μαρτυρία του κ. Γιώργου Διονυσίου, ιστοριοδίφη, λαογράφο, συγγραφέα αρκετών βιβλίων σχετικά με την ιστορία της Ν. Αγχιάλου. Ο ίδιος έζησε σε εφηβική ηλικία τα γεγονότα του 1943. Όπως μας είπε: «Ήταν μετά το Πάσχα όταν πυρπολήθηκε η Νέα Αγχίαλος. Διοικητής της Κομαντάντ του Βόλου ήταν ο Ιταλός συνταγματάρχης Λομπέρτι. Πιο μπροστά είχαν έρθει οι πρώτες ομάδες ανταρτών με αρχηγό τον Διάκο. Έκαναν μάλιστα σαμποτάζ ανατινάσσοντας δύο γέφυρες στο Σωρό. Οι Ιταλοί ήρθαν από το Παλιούρι, κι άλλοι από το δρόμο που είχαν αποκαταστήσει. Οι κάτοικοι της Νέας Αγχιάλου είχαν φύγει πάνω στα βουνά, τους είχαν ειδοποιήσει οι αντάρτες. Μόλις είχαν ορθοποδήσει οι πρόσφυγες μετά τη φονική ελονοσία, ήρθε η πυρπόληση του χωριού. Πριν κάψουν την Ν. Αγχίαλο, βομβάρδισαν από τη θάλασσα. Έπεσαν οι βόμβες στο ταχυδρομείο, στην κοινότητα και το σχολείο, βούλιαξαν επίσης δύο καΐκια δικά μας που μετέφεραν τον κόσμο στη Μιτζέλα ή το Τρίκερι και δύο τράτες.
Ο Λομπέρτι περίμενε τους Αγχιαλίτες να κατέβουν από το βουνό κι όταν δεν έγινε αυτό, άρχισαν οι φωτιές… Ο παπα-Δεληκώστας ξεκίνησε με το ποδήλατο από τον Βόλο και φορώντας ένα άσπρο μαντήλι στο λαιμό, έφθασε στη Ν. Αγχίαλο για να αποτρέψει το κακό. Ελάχιστα σπίτια γλίτωσαν. Οι Ιταλοί έκαψαν τα 650 από τα 700 σπίτια, όλα τα μαγαζιά, κατέστρεψαν τις περιουσίες, τα γεωργικά μηχανήματα, τις αποθήκες, τους στάβλους, τους αχυρώνες, τα βαρέλια με το κρασί …έρεαν στους δρόμους. Έριχναν μέσα σε κάθε σπίτι εμπρηστική σκόνη και με μία σφαίρα, έναν πυροβολισμό έβαζαν φωτιά. Δεν άφησαν τίποτα όρθιο. Τους λίγους ηλικιωμένους που δεν είχαν αφήσει τα σπίτια, τους έβγαζαν έξω με το ζόρι. Μία ηλικιωμένη που δεν βγήκε, κάηκε ζωντανή μέσα στο σπίτι της. Μαζί με τους Ιταλούς, ήταν και μια ομάδα Αλβανών. Πριν κάψουν τα σπίτια, έκαναν πλιάτσικο, παίρναν ρούχα και ό,τι άλλο πολύτιμο έβρισκαν».

Να προσθέσουμε ότι κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου 1940-1941 στο Δημοτικό Σχολείο Ν. Αγχιάλου, που κατασκευάστηκε το 1910 από το κληροδότημα Συγγρού, στεγάστηκε το νοσοκομείο της πολεμικής αεροπορικής βάσης των Μικροθηβών και σ’ όλο το διάστημα της Κατοχής, το υπόστεγο και η αυλή του σχολείου ήταν το κέντρο όλων των δραστηριοτήτων των αντιστασιακών οργανώσεων του χωριού.

Ο κ. Διονυσίου επισήμανε ότι ο Ιταλός διοικητής του χωριού, Πάολο Φεράρι ήταν φιλέλληνας, ανθρωπιστής και βοήθησε τους κατοίκους πριν τα γεγονότα που εξιστορήσαμε παραπάνω, ενώ σχολίασε πως είναι κρίμα που δεν διατηρήθηκε κάποιο από τα καμένα σπίτια της Ν. Αγχιάλου σαν ιστορικό μνημείο.

Σε παλιότερη ανάρτησή του, ο Φιλοπρόοδος Σύλλογος ανέφερε τα εξής: Την 25η Μαρτίου του 1943, ένα απόσπασμα ανταρτών με 40 έως 50 άνδρες με αρχηγό τον Διάκο, κατασκήνωσε στα βουνά της Νέας Αγχιάλου. Σκοπός του αποσπάσματος ήταν να εμποδίσουν τη διάβαση πολεμοφοδίων προς το Νότο, με την  καταστροφή των γεφυρών και με τοποθέτηση ναρκών. Στις 18 Απριλίου, δύο κανονιοφόρα πλοία από το Βόλο κατευθύνθηκαν προς την Αμαλιάπολη και κατέστρεψαν  τα πλοία εντός του λιμανιού της. Στις 20 Απριλίου, τρεις κανονιοφόροι, αφού  βομβάρδισαν την Μιτζέλα, έβαλαν πλώρη για τη Νέα Αγχίαλο, όπου και κατέστρεψαν όλα τα πλοιάρια. Στις 27 Απριλίου 1943, μηχανοκίνητος φάλαγγα από το Βόλο, πλημμύρισε όλη την πλατεία της παραλίας Νέας Αγχιάλου. Η διαταγή για την πυρπόληση της, δόθηκε από την Κομαντάτ του Βόλου. Άλλη  φάλαγγα πεζικού από μελανοχίτωνες, καθοδηγούμενη από λεγεωνάριους, πήγε από τα βουνά βόρεια της πόλης και μέσα από τη χαράδρα της τοποθεσίας Καζάνια (Στούπι), συναντήθηκε με την μηχανοκίνητη φάλαγγα. Όσοι κάτοικοι ήσαν  μέσα στην πόλη, τρομοκρατημένοι  πήραν το δρόμο προς τα βουνά, αφήνοντας πίσω όλα τους τα υπάρχοντα, τα οποία λήστεψαν οι Ιταλοί και οι συνεργάτες τους και τα μετέφεραν με αυτοκίνητα στο Βόλο.  Οι Ιταλοί, σχημάτισαν ομάδες και κάθε ομάδα ανέλαβε μια συνοικία. Ήταν μεθυσμένοι από τα κρασιά και τα τσίπουρα, τα οποία έβρισκαν σε αφθονία και αφού λεηλατούσαν τα σπίτια, τα πυρπολούσαν με εύφλεκτες ύλες. Όσα ζώα βρέθηκαν μέσα στους στάβλους και τα σπίτια, όλα κάηκαν. Από  τα 700 πλίθινα διώροφα και μονώροφα σπίτια, τα 650 με τις οιναποθήκες, βαρέλια, στάβλους, αχυρώνες και εμπορικά καταστήματα με τα εμπορεύματά τους, έγιναν στάχτη σε μια μέρα.

Οι Ιταλοί δεν σεβάστηκαν ούτε το εξατάξιο  Δημοτικό Σχολείο, ένα από τα λαμπρότερα κτίρια του Νομού Μαγνησίας. Επί οκτώ χρόνια οι μαθητές του σχολείου χρησιμοποιούσαν αντί για θρανία μικρά καθίσματα και πέτρες. Η Νέα Αγχίαλος από τις 12 Δεκεμβρίου 2000 είναι μέλος του Δικτύου Μαρτυρικών Πόλεων και Χωριών της Ελλάδος, Περιόδου 1940 -1945 «Ελληνικά Ολοκαυτώματα».  Η διατήρηση της ιστορικής συνείδησης είναι η έσχατη πράξη αντίστασης μέσα στην γενική παρακμή. Οι λαοί που δεν έχουν μνήμη δεν έχουν και μέλλον.

Ο συγγραφέας Θανάσης Κιλμπασάνης έγραψε: Τρεις τουλάχιστον Αγχιαλίτες, ο Γιάννης Ραφτόπουλος, ο Χρήστος Ασλάνογλου και ο Γιάννης Βίγλας άφησαν την τελευταία τους πνοή  πάνω στα αλβανικά βουνά, ακριβό τίμημα για τη λευτεριά κι αρκετοί άλλοι επέστρεψαν από τον ελληνοϊταλικό πόλεμο ανάπηροι. Μεγάλη εβδομάδα του 1943. Δύο ιταλικά πλοία μπαίνουν στο λιμανάκι της Ν. Αγχιάλου και ρίχνουν δύο οβίδες, ευτυχώς όχι μέσα στο χωριό, αλλά κοντά στη Δεξαμενή για εκφοβισμό, επειδή στη γύρω περιοχή δρούσαν αντάρτικες, αντιστασιακές ομάδες. Μόλις πέρασε ο πρώτος φόβος, οι Αγχιαλίτες, ειδοποιημένοι από τους συνδέσμους των ανταρτών ότι επίκειται μεγάλη επιχείρηση των Ιταλών σε όλη την περιοχή, για να εξολοθρεύσουν τα αντάρτικα σώματα, έτρεξαν να κρυφτούν. Φόρτωσαν σε κάρα και σούστες ό,τι μπορούσαν και πήγαν πίσω από τη Δεξαμενή στο Ρέμα, στο περιβόλι του Αργυρόπουλου, στον Κοκκινόβραχο, στη Λούτσα, στη Δημητριάδα, στον Αη-Θανάση. Στις 27 Απριλίου, οι Ιταλοί μελανοχίτωνες με τους συνεργάτες τους προδότες Έλληνες, μπαίνουν στη Ν. Αγχίαλο. Δε βρίσκουν τους κατοίκους και επιδίδονται σε λεηλασίες. Στο τέλος βάζουν φωτιά. Εκτός από τη Ν. Αγχίαλο, καίνε κι άλλα χωριά της περιοχής. Οι δύστυχοι Αγχιαλίτες, κρυμμένοι πίσω από τη Δεξαμενή, παρακολουθούσαν με σπαραγμό τη στήλη καπνού να υψώνεται πάνω από τας καμμένα σπίτια τους χωρίς να μπορούν να κάνει ο,τιδήποτε.

Σε μήνυμά της για την φετινή επέτειο στο «Λαό», η πρόεδρος του τοπικού συμβουλίου, Βάσω Πυργάνη-Παρασκευοπούλου αναφέρει: «Η Νέα Αγχίαλος δοκιμάστηκε πάρα πολύ και την βρήκαν μεγάλες συμφορές. Τα βάσανα των Αγχιαλιτών άρχισαν από το κάψιμο της Αγχιάλου Ανατολικής Ρωμυλίας και τον ξεριζωμό τους από εκεί στις 30 Ιουλίου του 1906. Το 1908 εγκαταστάθηκαν στην καινούργια τους πατρίδα. Ο στοιχειωμένος βάλτος και η έλλειψη κατάλληλου πόσιμου νερού έφεραν την θανατηφόρα ελονοσία που τους αποδεκάτισε. Μετά από υπεράνθρωπες προσπάθειες και ύστερα από αρκετά χρόνια ξέσπασε ο ελληνοιταλικός πόλεμος το 1940 στην Αλβανία. Ακολουθήσε η κατοχή. Δυο φορές βομβαρδίστηκε από τη θάλασσα μια από τους Ιταλούς και μια από τους Γερμανούς. Το μεγαλύτερο κακό έγινε στις 27 του Απρίλη 1943 τρίτη μέρα του Πάσχα με την πυρπόληση των σπιτιών, καταστημάτων και του σχολείου από τα στρατεύματα των Ιταλών κάηκαν ολοσχερώς και λεηλατήθηκαν. Οι Νεοαγχιαλίτες με όλες αυτές τις καταστροφές δεν γονάτισαν αλλά πάλεψαν σκληρά και τα κατάφεραν, έκαναν την πόλη τους ένα μικρό παράδεισο. Δίκαια λοιπόν χαρακτηρίστηκε η Ν. Αγχίαλος μαρτυρική πόλη. Καθήκον μας είναι να αναγνωρίζουμε και να τιμούμε αυτούς που αγωνίστηκαν για την ελευθερία που εμείς απολαμβάνουμε σήμερα».

Η φωτογραφία είναι από το προσωπικό αρχείο του Νίκου Μαστρογιάννη  και ανήκει στο φωτογραφικό-ιστορικό αρχείο του Φιλοπρόοδου Συλλόγου.





Παρακαλούμε κοινοποιήστε το λινκ.