Από την Φιλάρχαιο Εταιρεία Αλμυρού: Ένας μύθος της Όθρυος – “Ασπαλίς”










Δεν την ήθελα και πολύ αυτή την εκδρομή. Είχα χρόνια να πάω σε εκείνα τα μέρη. Από τον προ-εικοσαετίας διορισμό μου δεν είχα και τις καλύτερες αναμνήσεις. Μέχρι να φτάσω εκεί μέσω Λαμίας, το πούλμαν χοροπηδώντας στο χωματόδρομο, περνούσε από 2-3 μικρά χωριά, λασποχώρια τα έλεγα. Μελιταία, Χιλιαδού, άκουγα να φωνάζει ο οδηγός. Δεν ενδιαφέρθηκα ποτέ, εδώ δεν έβλεπα την ώρα να φύγω.

Να όμως που τώρα, με μια μεγάλη παρέα σε δύο αυτοκίνητα, πηγαίναμε για το γάμο του Μιχάλη στη Μελιταία. Ήθελε χωριάτικο γάμο στον τόπο καταγωγής του παππού του. Τραγούδια και γέλια στα αυτοκίνητα  και εγώ σιωπηλός να ανατριχιάζω για τα κλαρίνα και τα νταούλια που με περίμεναν. Πέρασα τότε τριήμερα ξαγρυπνώντας τα βράδια με τον ήχο να διπλασιάζεται, χτυπώντας την απέναντι πλαγιά.

Η Όθρυς στους βόρειους πρόποδες  της ήταν  καταπράσινη, καλοκαιρινή και όμορφη. Σταματήσαμε για ξεμούδιασμα κοντά στο χωριό, σε μια γέφυρα σκιερή από τα πλατάνια. Από κάτω αρκετά ορμητικός ο Ενιπέας ποταμός. Με την προτροπή της Ελένης κατεβήκαμε και ξαπλώσαμε στις όχθες. Φυσούσε ένα δροσερό αεράκι, θρόιζαν τα πλατάνια και οι λεύκες, μια αγράμπελη εκεί κοντά μοσχοβολούσε, βουίζοντας από τις μέλισσες που την τρυγούσαν. Ήταν μια ανακούφιση η στάση μας αυτή με την Ελένη να λέει, αχ, ας μείνουμε και άλλο εδώ! – Ο θεός Βορέας έχει κέφια σήμερα μουρμούρισε ο Ανέστης. Ξέρετε ότι λατρευόταν εδώ; Αυτός μας στέλνει τον δροσερό αέρα. Δεν του δώσαμε σημασία, γιατί πάνω στην γέφυρα είχε φτάσει μια παρέα οδοιπόρων. Ένας με μακριά μαλλιά, κάτι τους έλεγε και έδειχνε προς μια κατεύθυνση κουνώντας τα χέρια. Ανασηκωθήκαμε περίεργοι χαιρετώντας τους, ενώ κατέβαιναν στις όχθες για να δροσιστούν. Περπατούσαν ώρα μας είπαν, είδαν όλη την αρχαία Μελιταία, τα τείχη, το Ασκληπιείο και ανάμεσα σε θάμνους βάσεις μαρμάρινες και κεραμικά όστρακα. Ακόμη και ο Ανέστης που έλεγε ότι είχε έρθει δυο φορές στα μέρη, δεν ήξερε ότι υπήρχε αρχαία πολιτεία εκεί, μεγάλη και σπουδαία μάλιστα. Μας είπε αρκετά πράγματα ο “ξεναγός”  με τα μακριά μαλλιά και φαινόταν έντονα το πάθος του για την αρχαία ιστορία της περιοχής.

Βλέποντας το ενδιαφέρον μας και προπαντός το δικό μου, μας χάρισε κάποια βιβλία που κρατούσε. Έπρεπε να συνεχίσουν την πορεία τους ψάχνοντας τον τάφο του Έλληνα και την πόλη που αυτός ίδρυσε, την Ελλάδα. Δεν είχε βρεθεί μας είπαν, αλλά σαν ονειροπόλοι έψαχναν τις ρίζες τους. Δέκα στάδια, δυο χιλιόμετρα σημερινά από την Μελιταία, λένε οι πηγές, κοντά στον Ενιπέα είχε ιδρυθεί. Οι κάτοικοί της, πήγαν και κατοίκησαν κάποτε στην Μελιταία, κάνοντας περήφανους τους απογόνους τους αργότερα, για την καταγωγή τους. Έδειχναν λέει στην αγορά τον τάφο του Έλληνα, του γιου του Δευκαλίωνα και της Πύρρας, του γενάρχη όλων των Ελλήνων. Την πιο ξακουστή νύμφη της Όθρυος, την Οθρηίδα, παντρεύτηκε ο Έλληνας  και από την ένωση αυτή προήλθαν όλες οι βασικές ελληνικές φυλές, οι Αχαιοί, οι Ίωνες, οι Δωριείς και οι Αιολοί.

Όταν έφυγαν οι περιπατητές  συζητήσαμε για λίγο εντυπωσιασμένοι. Πόσο ανίδεοι προσπερνούσαμε αυτά τα μέρη! Έπρεπε όμως να φύγουμε μας περίμενε ο Μιχάλης και ο γάμος του. Εγώ μέχρι το βράδυ που άρχισαν οι χοροί απορροφήθηκα διαβάζοντας. Με πείραζαν οι άλλοι, αλλά μαγεμένος από την πλούσια ιστορία και μυθολογία της περιοχής, δεν ενοχλήθηκα ούτε από τα κλαρίνα. Εκτός από αυτά, τίποτε άλλο παραδοσιακό δεν είχε ο γάμος. Εγώ περίμενα τη νύφη ντυμένη καραγκούνα και το Μιχάλη τσολιά! Η δε Μελιταία δεν είχε τίποτε κοινό, μ’ αυτήν που θυμόμουν όταν την προσπερνούσα προ-εικοσαετίας. Όλοι το έριξαν στο χορό, ο κλαρινιτζής έπαιζε περίφημα.

Ήταν μια καταπληκτική καλοκαιρινή βραδιά με γεμάτο φεγγάρι. Πήρα το αυτοκίνητο και πήγα μέχρι τον Ενιπέα. Έρεε με αρκετό νερό, παφλάζοντας ελαφρά. Ξάπλωσα στην όχθη. Το ποτάμι στραφτάλιζε. Ακούγοντας τους μικρούς ανεξιχνίαστους θορύβους της νυχτερινής εξοχής, κοιτούσα το φεγγάρι να ταξιδεύει ανάμεσα από τα φύλλα των δέντρων.  Χλωρά καλάμια, λυγαριές και δάφνες στα πόδια μου θρόιζαν. Έφερα στο μυαλό μου όλα αυτά που διάβασα και έκλεισα τα μάτια  βγάζοντας έναν ευχαριστημένο στεναγμό. Με ήξερε ο Μιχάλης δε θα τον δυσαρεστούσε που έφυγα από τον χορό του.

Πρέπει να πέρασε αρκετή ώρα όταν άκουσα ένα μελωδικό ήχο. Στην αρχή νόμισα ότι ήταν μια νερομάνα που κελάρυζε εκεί κοντά. Άνοιξα τα μάτια, ο τόπος ήταν λουσμένος στο φως. Ένας γεροβοσκός, καθισμένος σε μια άσπρη πέτρα κοντά στο ποτάμι, έπαιζε έναν αυλό. Ένα μικρό βοσκόπουλο πιο πέρα πότε σελάγιζε  μερικά πρόβατα και πότε σκάλιζε ανυπόμονα με το σανδάλι  του το αφράτο, φρεσκοποτισμένο από την πρωινή δροσιά γρασίδι. Δεν φαινόντουσαν να με έχουν δει, ίσως με έκρυβαν οι καλαμιές. Ήταν ντυμένοι όπως οι χωρικοί που βλέπαμε στις παλιές ταινίες. Έστησα αυτί, όταν άκουσα το παιδί να φωνάζει τον γέρο βοσκό.

– Παππού κοίτα, κοίτα τι βρήκα!

– Έλα Τριόπα παιδί μου, τι είναι πάλι;

– Παππού κοίτα, ένα νόμισμα. Φτάνει για να αγοράσω μερικά γλυκά σύκα από την αγορά;

– Ναι, καθάρισέ το όμως από τα χώματα.

– Το σκούπισα. Για δες, μια μέλισσα παριστάνει στην πίσω πλευρά του. Δεν πιάνω δα συχνά νομίσματα στα χέρια μου. Πρώτη φορά το πρόσεξα. Γιατί παππού, ξέρεις το λόγο;

– Πως την λένε Τριόπα παιδί μου την πόλη μας;

– Μελιταία παππού

– Ξέρεις γιατί;

– Όχι παππού, κάτι άρχισε να μου λέει ο πατέρας, λίγα άκουσα, βαρέθηκα και έφυγα.

– Κάτσε λοιπόν δίπλα μου, να σου τα εξιστορήσω. Πρέπει να τα ξέρεις. Πρέπει την ιστορία μας να την γνωρίζουμε, να παίρνουμε μάθημα από αυτήν. Ρίχνε και καμιά ματιά όμως στα πρόβατα μην ξεστρατίσουν. Ξέρεις ότι το πανέμορφο βουνό με τα παχιά βοσκολίβαδα    που τρέφουν τα ζώα μας είναι η Όθρυς. Ξέρεις πόσο σπουδαίο και τιμημένο είναι το βουνό μας. Αφού εδώ σταμάτησε  η κιβωτός του Δευκαλίωνα μετά τον κατακλυσμό και αυτό το ξέρεις. Παλιά ζούσαν νύμφες εδώ, στις νερομάνες, στα δέντρα στις σπηλιές. Ανώτερη και ομορφότερη ήταν η Οθρηίδα. Τη ζήλεψε ο Δίας, που το συνήθιζε κιόλας, ενώθηκε μαζί της και αυτή γέννησε ένα γιο.

– Χα, χα τα ξέρω αυτά παππού, σκανταλιάρης πολύ ήταν ο Δίας, αδιόρθωτος και η Ήρα πολύ τον ζήλευε.

– Γι ‘αυτό Τριόπα, η Οθρηίς φοβήθηκε την οργή της, έκανε πέτρα την καρδιά της και άφησε το νεογέννητο βαθιά στη θρασεμένη Όθρυ.

– Πω, πω παππού, δε το λυπήθηκε καθόλου το σπλάχνο της;

– Είχε την ελπίδα της στο Δία, ως παιδί του να το φροντίσει. Και αυτός έστειλε σμήνη μελισσών με μέλι γλυκό να το θρέψουν. Μακριά φεύγαν και τα αγρίμια σαν από αόρατο  χέρι διωγμένα.

– Και έτσι μόνο του στο δάσος  παππού μεγάλωσε;

– Όχι, γιατί ενός πονετικού βοσκού τα βήματα ο νεφελοσυνάχτης  οδήγησε, για να το πάρει σπίτι του. Μελιταίο αυτός ευθύς το ονομάτισε, βλέποντας να το ταΐζουν οι μέλισσες.

– Πολύ καλός άνθρωπος θα έγινε αυτός ο Μελιταίος παππού.

– Όχι παιδί μου. Μέλι το στόμα του ποτέ δεν έσταξε. Πικρό φαρμάκι ξερνούσαν τα σωθικά του, καθώς αντρώθηκε και άρχοντας μεγάλος έγινε.

– Αλήθεια παππού;

– Ναι, φόβος και τρόμος της Μελιταίας πολιτείας, της πόλης μας, που αυτός έχτισε στις όχθες του Ενιπέα. Με δάκρυα φούσκωνε συχνά ο ποταμός.

– Μμ.. παππού, κατάλαβα τώρα, από τον Μελιταίο λένε έτσι την πόλη μας και έχουμε την μέλισσα στα νομίσματα μας.

– Ναι, το μίσος όμως των κατοίκων τον περικύκλωνε και οι κατάρες έλουζαν το όμορφο κεφάλι. Τάρταρο τον ονόμαζαν, ελπίζοντας στην άβυσσο στα Τάρταρα να πέσει.

– Τόσο κακός ήταν παππού;

– Ναι, άδικα βλέπεις πήγε η δύναμη που του έδωσε ο Κραταιός πατέρας του και η γενναιότητα έγινε τυραννία σκληρή. Το χειρότερο όμως ήταν αυτό που έκανε στις όμορφες κοπέλες, είτε αρχοντοπούλες είτε βοσκοπούλες, λίγο πριν παντρευτούν. Μια από αυτές ήταν η Ασπαλίς, αρχοντοπούλα πρώτη, με ελαφίσια μάτια και λυγερό κορμί. Μαύρες πλουμιστές είχε τις πλεξούδες, μόσχος ο κόρφος της, αμόλευτο και απόρθητο το κορμί της. Την ζήλεψε ο τύραννος και έστειλε να την πάρουν. Το μάθε η κοπέλα και άρχισε κλάμα πικρό. Λούστηκε, μυρώθηκε, έβαλε τα καλά της, πήρε μια αγκαλιά ασφόδελους και κρεμάστηκε στο δέντρο της αυλής. Τα χέρια του τύραννου δεν άντεξε να την αγγίξουν. Ο αδερφός της ο Αστυγίτης φρύαξε από θυμό και λύπη. Έβαλε πέπλο πυκνό, ντύθηκε τα ρούχα της Ασπαλίδος και έκρυψε σπαθί στις πτυχές τους. Πειθήνια ακολούθησε τους βάρβαρους στον τύραννο, που αναγλυφόταν και περίμενε την τρυφερή κοπέλα. Ο νέος – που έπειτα τιμήθηκε πολύ – ελευθέρωσε από τον τύραννο την πόλη, σκοτώνοντας τον . Το κουφάρι το πέταξαν στον ποταμό που παρέσυρε το μίασμα μακριά. Την νεκρή Ασπαλίδα την πήρε η Άρτεμις κοντά της. Ξύλινο άγαλμα άφησε στη θέση της. Το λάτρεψαν οι κάτοικοι για χρόνια δίπλα στην Άρτεμη. Κάποια στιγμή έγιναν ένα με την θεά. Πομπές παρθένων με κορδέλες στα μαλλιά, ίδιες νύμφες, κάθε χρόνο την τιμούσαν και την τιμούμε ακόμα και σήμερα εμείς.

– Τι λες παππού, έγιναν τέτοια πράγματα στα παλιά τα χρόνια; Και γιατί τα νομίσματα να μας θυμίζουν τον τύραννο; Μήπως ξανάρθει παππού; Θα τρέξω σπίτι, την αδερφή μου να προστατεύσω.

– Μη φοβάσαι Τριόπα, πέρασαν αυτά, γέλασε ο παππούς και ξανάρχισε να παίζει τον αυλό του, τόσο δυνατά, που μου τρυπούσε τα αυτιά.

Πετάχτηκα. Ένας οργανοπαίκτης παίζοντας χορευτικό σκοπό με το κλαρίνο του, ήταν πάνω από το κεφάλι μου. Η παρέα των φίλων μου, με κόκκινα ξενυχτισμένα μάτια ήταν εκεί και γελούσαν. Ήρθαμε να σου κάνουμε πρωινή καντάδα, φώναζαν και χόρευαν με μπουκάλια μπύρα στα χέρια.

– Τι ταξίδια κάνει το μυαλό του ανθρώπου ρε παιδιά όταν κοιμάται, άρχισα να λέω στους φίλους μου αλλά αυτοί γειωμένοι στο σήμερα, χτυπούσαν με μανία τα πόδια τους στους ήχους του κλαρίνου, χωρίς να με ακούνε. Άκου, “Τριόπας” ψιθύρισα. Έριξα νερό τρεχούμενο στο πρόσωπο μου και γύρισα απότομα από την εποχή του μύθου και την ιστορική εποχή – απτά τα ερείπια της Μελιταίας – στο χαρούμενο σήμερα.

– Κορίτσια, φώναξα στις κοπέλες της χαρούμενης παρέας, βάλτε στεφάνια από αγράμπελη στα μαλλιά, σαν νύμφες της Όθρυος και πάμε να ξεπροβοδίσουμε αυτήν την αυγή τους νεόνυμφους. Η Ασπαλίδα – Άρτεμη μπροστά πηγαίνει, δεν την βλέπετε;

– Τη βλέπουμε, τη βλέπουμε αλλοπαρμένε, αντήχησαν χορωδιακά οι φωνές και ο ήχος του κλαρίνου ξύπνησε τις Ναϊάδες στις όχθες του ποταμού, που μας κρυφοκοίταζαν χαρούμενες μέσα από τις καλαμιές.

Λιλή Χ.Τσουρνάβα – Κουτσορίζωφ
γιατρός – μέλος του Δ.Σ. Φιλαρχαίου Εταιρείας “Όθρυς”





Παρακαλούμε κοινοποιήστε το λινκ.