“Πρωτεσίλαος και Λαοδάμεια” – Θεατρικό έργο εμπνευσμένο από τον μύθο











Γράφει η Λιλή Χ. Τσουρνάβα – Κουτσορίζωφ γιατρός, μέλος Δ.Σ. Φιλαρχαίου Εταιρείας “Όθρυς”

Λάβαμε από την κα Λιλή Χ.Τσουρνάβα-Κουτσορίζωφ και δημοσιεύουμε το παρακάτω θεατρικό έργο βασισμένο στον μύθο του Πρωτεσιλάου και της Λαοδάμειας, με την ελπίδα, όπως μας είπε η ίδια, να αξιοποιηθεί από κάποιο πολιτιστικό φορέα ή σχολική μονάδα της περιοχής μας…

 ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Στο μυθικό του Πρωτεσίλαου βασίλειο θα βρεθούμε, της Ομηρικής Φυλάκης. Ιερή υπόσχεση είχε δώσει αυτός στον πατέρα της Ελένης να υποστηρίζει πάντα όποιον αυτή γι’ άντρα της πάρει.

Έτσι, με σαράντα καράβια τον Μενέλαο στην Τροία ακολούθησε. Όμως, αλίμονο, απο το νυφικό κρεβάτι της πρώτης νύχτας του γάμου του σηκώθηκε, αφήνοντας την Λαοδάμεια του Άκαστου την κόρη. Μέσα στην βιασύνη του ο άμοιρος τις γαμήλιες θυσίες να κάνει ξέχασε στην Άρτεμη. Ξέχασε ακόμη το χρησμό που έλεγε οτι νεκρος θα πέσει όποιος πρώτος τα χώματα της Τροίας πατήσει. Έμελλε να είναι αυτός.

Τώρα η Άρτεμις τον εκδικείται στον Άδη, νερό της λήθης του στερεί, και αυτός την Λαοδάμεια θρηνεί μην μπορώντας να την ξεχάσει.

Κι’αυτη θρηνεί και αγκαλιάζει πια ένα κέρινο άγαλμά του, μένοντας μέρα-νύχτα κοντά του.

Συγκινηθήκαν οι Θεοί, λίγωσε η καρδιά της Άρτεμις, τον Πλούτωνα παρακαλεί 3 ώρες να δώσει στον Πρωτεσίλαο, στον πάνω κόσμο να βρεθεί, με την αγαπημένη του να σμίξει.

ΣΚΗΝΗ ΣΤΟΝ ΑΔΗ

ΠΡΩΤΕΣΙΛΑΟΣ: Αφήστε με Θεοί να αναπαυθώ εν ειρήνη. Ω Άρτεμις, δωσ’μου να πιώ απ’το νερό της λήθης που μου στέρησες και δεν μπορώ έτσι να ξεχάσω τα του πάνω κόσμου. Μην με εκδικήσαι που λησμόνησα μες στο χαμό να κάνω τις θυσίες του γάμου μου. Ξέρεις πως έφυγα απο το νυφικό μου κρεβάτι για την Τροία πιστός στον λόγο που έδωσα στον πατέρα της Ελένης. Η ανάμνηση της γλυκιάς μου Λαοδάμειας όμως, της γυναίκας μου για μια νύχτα μου τριβελίζει το μυαλό. Λυπηθείται με Θεοί, στείλτε με για λίγο κοντά της.

ΑΡΤΕΜΙΣ στον ΠΛΟΥΤΩΝΑ: Παρακαλώ σε Πλούτωνα καν’του τη χάρη, και ‘γω σα γυρίσει άφθονο το νερό της λήθης θα του δώσω.

ΠΛΟΥΤΩΝΑΣ: Άρτεμις, πως μπορώ να παραβώ τους νόμους και τους κανόνες του σκοτεινού μου βασιλείου; Η καρδιά σου γυναικεία είναι και τρυφερή, λυγίζει στα παρακάλια του Πρωτεσίλαου. Παρθένα εσύ, νιώθεις τον καημό της Λαοδάμειας, ξέχασες την εκδίκησή σου και θέλεις να τον στείλεις στον κόσμο των ζωντανών, να ανταμώσει έστω για λίγο την καλή του.

ΑΡΤΕΜΙΣ: Θα σου χρωστώ αυτη τη χάρη.

ΠΛΟΥΤΩΝΑΣ: Με συγκίνησες και με, ζεστάθηκε η παγωμένη μου καρδιά. Ερμή βάλε τα φτερωτά σανδάλια σου και συνόδεψε τον Πρωτεσίλαο στο φώς του ήλιου. Πρόσεξε όμως, μόνο για τρείς ώρες είναι η διορία του. Αυστηρά θα την τηρήσεις. Θα προφτάσει τις θυσίες του γάμου του να κάνει και να δει την λατρευτή του.

ΣΚΗΝΗ ΣΤΑ ΔΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΛΑΟΔΑΜΕΙΑΣ

Η Λαοδάμεια στην κάμαρά της φιλεί και αγκαλιάζει το κέρινο άγαλμα του άντρα της, που είπε να της φτιάξουν. Ένας υπηρέτης κατασκοπεύει πίσω απο τα παραπετάσματα. Νομίζει οτι αυτή βρήκε εραστή και τρέχει να το πεί στον πατέρα της.

ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Αφέντη τρέχα, η κόρη σου μολύνει με άλλον άντρα το σπιτικό της, καλά-καλά δεν πρόφτασε να θάψει τον δικό της.

ΠΑΤΕΡΑΣ: Τί μου λές; Η Λαοδάμεια; Αδύνατον.

(Τρέχει στο δωμάτιό της και βλέπει την κόρη του αναμαλλιασμένη αγκαλιά με το κέρινο άγαλμα του άντρα της)

ΠΑΤΕΡΑΣ: Καλή μου κόρη, έλα στα λογικά σου. Τί πήγες και έκανες; Με τούτο το κέρινο άγαλμα περνάς τις νύχτες σου; Ξέχνα τον άντρα σου, αυτός βαθιά στη γη θαμμένος είναι. Τρελή θα καταντήσεις και σαν αερικό θα τριγυρνάς. Έλα στα λογικά σου. Η νιότη σου τώρα ανθίζει. Παλικάρια πολλά, όμορφα, γενναία και προπαντός ολοζώντανα μια σου κουβέντα περιμένουν.

ΛΑΟΔΑΜΕΙΑ: Εγώ τον άντρα μου ποτέ δεν θα ξεχάσω. Με την ανάμνησή του όλη μου τη ζωή θα περάσω.

ΠΑΤΕΡΑΣ: Καλά κόρη μου, στην θέλησή σου θα υποταχτώ. Νιώθω, σαν αίμα μου που είσαι, την ακλόνητη απόφασή σου, καταλαβαίνω την αγάπη που σου έκαψε καρδιά και σώμα. Όμορφος, γενναίος και αντρίκια τρυφερός ήταν για σένα ο Πρωτεσίλαος.

(Φευγει ο Πατέρας της)

Η Λαοδάμεια αρχίζει να θρηνεί τον Πρωτεσίλαο.

ΛΑΟΔΑΜΕΙΑ: Αλίμονο μου την άμοιρη, δεν πρόφτασα να σε χαρώ. Αμέσως μετά την πρώτη νύχτα του γάμου μας σε πήρε ο Μενέλαος στην Τροία.

Δεν τον άκουσες το χρησμό, ούτε τα παρακάλια μου, τα θερμά μου δάκρυα που καυτά κυλούσαν. Με άφησες αχόρταστη απο σένα, στα ιδρωμένα και ματωμένα σεντόνια του νυφικού μας κρεβατιού. Και τώρα, να, φτάσαν στην Φυλάκη τα πικρά και θλιβερά μαντάτα του χαμού σου.

Αψήφισες το χρησμό Πρωτεσίλαε, αλίμονο, και όρμησες σα θεριό πρώτος στα χώματα της μισητής μου Τροίας, πέφτοντας νεκρός απ’το κοντάρι του Έκτορα.

Βαριόμοιρη εγώ, πώς θα ζήσω τώρα; Μα, νά, κάποιος έρχεται προς τα εδώ, ποιός με θυμήθηκε την μαύρη εμένα; Τί άλλο μαντάτο θα ακούσω;

ΠΡΩΤΕΣΙΛΑΟΣ: Λαοδάμεια, κοίταξέ με, εγώ είμαι, σκούπισε τα δακρυά σου και έλα να προσφέρουμε τις γαμήλιες θυσίες μας στην Άρτεμη, που τις ξεχάσαμε μέσα στις αλαφιασμένες ώρες του φευγιού μου.

ΛΑΟΔΑΜΕΙΑ: Ψυχή μου, Πρωτεσίλαε, ψεύτικη ήταν η είδηση του χαμού σου; Κατάρα να πέσει σε αυτόν που μας την έφερε και έχασα τα συλλοϊκά μου.

ΠΡΩΤΕΣΙΛΑΟΣ: Αλίμονο καλή μου, μην καταριέσαι αυτόν που αλήθειες σου είπε. Απο τον Άδη έρχομαι, με την άδεια του Πλούτωνα ο φτερωτός Ερμής με έφερε για λίγο κοντά σου, για να τελέψω το χρέος μου στην Θεά.

ΛΑΟΔΑΜΕΙΑ: Όχι, όχι, αλίμονο, έλα να μ’αγκαλιάσεις, δεν θα σ’αφήσω να ξαναφύγεις, σαν τον κισσό θα γραπωθώ επάνω σου, σαν πεταλίδα στο βράχο θα κολλήσω, ο πόθος μου για σένα με καίει ολόκληρη.

ΠΡΩΤΕΣΙΛΑΟΣ: Λαοδάμεια, και ο δικός μου πόθος για σένα που δεν πρόφτασα καλά να σε χορτάσω, άσβεστος είναι.

ΛΑΟΔΑΜΕΙΑ: Έλα να σπείρεις μέσα μου γιούς, να δείς να μεγαλώνουν γενναίοι σαν και σένα, και κοράσια ορθόστητα, καλομίλητα και συνετά.

ΠΡΩΤΕΣΙΛΑΟΣ: Μην κάνεις όνειρα καλή μου Λαοδάμεια, το μισοτελειωμένο σπίτι μας ποτέ δεν θα τελειώσω, παιδιά στα γόνατά μου ποτέ δεν θα χορέψω, καλή μου μην κλαίς και έλα να προσφέρουμε τις θυσίες στην Θεά που περιμένει. Έτσι η ψυχή μου θα ησυχάσει στον Άδη.

ΛΑΟΔΑΜΕΙΑ: Έλα να μ’αγκαλιάσεις, δεν με λυπάσαι που γλυκοφιλώ τούτο το κέρινο άγαλμα; Κοντεύει να λιώσει και αυτό απο τη θέρμη που προοριζόταν για σένα. Άχ, δεν χαρήκαμε, απ’τη ζεστή αγκαλιά μου σε πηραν, μόλις που πρόφτασα να δοκιμάσω τις χαρές του Υμέναιου.

ΠΡΩΤΕΣΙΛΑΟΣ: Μην μου ραγίζεις την καρδιά Λαοδάμεια. Πόσο πολύ με αγάπησες και με πόθησες καλή μου! Αλλά ας τελειώσουμε τις θυσίες, πρέπει να φύγω.

ΛΑΟΔΑΜΕΙΑ: Ξεγέλασε τον Άδη, μείνε μαζί μου, παιδιά και εγγόνια να γεμίσουμε αυτόν τον ευλογημένο της Όθρυς τόπο, να γεράσουμε μαζί.

ΠΡΩΤΕΣΙΛΑΟΣ: Αλίμονο, πρέπει να φύγω.

ΛΑΟΔΑΜΕΙΑ: Θρηνώ, τα μάγουλά μου ξεσκίζω, πέφτω ικέτισσα, ω Θεοί, αφήστε μου το ταίρι μου, η σάρκα μου διψά το χάδι σου, η μήτρα μου σπαρταράει να δεχτεί το σπόρο σου, σπόρο γενναίου και ατρόμητου άνδρα.

ΠΡΩΤΕΣΙΛΑΟΣ: Άδικα παρακαλείς Λαοδάμεια. Φεύγω καλή μου. Μόνο την μνήμη απο τα ηρωικά μου κατορθώματα θα αφήσω πίσω μου. Μα αν μ’αγαπάς όσο λες, έλα μαζί μου. Σε λίγο ο ψυχοπομπός Ερμής έρχεται να με πάρει, έλα μαζί μου.

ΛΑΟΔΑΜΕΙΑ: Πάμε καλέ μου. Δεν θα σε αφήσω μόνο στην μοναξιά του Άδη.

Αρπάζει το σπαθί του και το βυθίζει στο στήθος της.

ΤΕΛΟΣ

Λιλή Χ.Τσουρνάβα – Κουτσορίζωφ

γιατρός – μέλος Δ.Σ. Φιλαρχαίου

Εταιρείας ” Όθρυς “





Παρακαλούμε κοινοποιήστε το λινκ.