Ο Κισλάς – Η πονεμένη ιστορία του Στρατώνα Σούρπης





Γράφει ο Τριαντάφυλλος Σπανός, θεολόγος-συγγραφέας

Βρίσκεται, ερειπωμένος πλέον, έχοντας δύο περίπου αιώνες ιστορία, στην άκρη του οικισμού της Σούρπης Αλμυρού Μαγνησίας. Ήταν ο Κισλάς, ο βασικός στρατιωτικός σταθμός των Τούρκων στα χρόνια 1832-1881, στα πρώτα σύνορα της ελεύθερης Ελλάδος, στη συνοριακή γραμμή Αμβρακικού κόλπου-Παγασητικού, στην  ευρύτερη περιοχή της Σούρπης.

Ο Κισλάς, μπου σημαίνει ως τουρκική λέξη Κισλάρ το στρατιωτικό κατάλυμα, κτίσθηκε γύρω στα 1840. Ένα έγγραφο διαμαρτυρίας του Δημάρχου Πτελεατών Γ. Παπανικολάου το 1864 προς την ελληνική κυβέρνηση μάς διαφωτίζει για το χρονικό κτίσης του Κισλά. Το έγγραφο του Δημάρχου διασώζει περιστατικό του 1837, όταν ο χείμαρρος Σαλαμπριάς ή Σουρπιώτικος, το φυσικό σύνορο που είχε καθορισθεί από το 1832 ως όριο Ελλάδος-Τουρκίας, πλημμύρισε τον κάμπο του χωριού και άλλαξε η κοίτη του. Πριν πέρναγε έξω από την Σούρπη προς το σημερινό διπλανό χωριό Αγία Τριάδα, τώρα η πλημμύρα μετέφερε το μικρό ποτάμι κατά 1 χιλιόμετρο, στο ύψος του σημερινού κεντρικού δρόμου της Σούρπης. Οι Τούρκοι το εκμεταλλεύτηκαν και μετέφεραν τα σύνορα, καταπατώντας και τα χωράφια των ντόπιων Ελλήνων, που ζούσαν περί τα 900 άτομα στη Σούρπη και τα κτήματα τους δεν ήταν πλέον δικά τους, ήταν στο τουρκικό έδαφος. Έτσι έκτισαν και τον στρατώνα τους στο πρώην ελληνικό έδαφος. Μάλιστα στον κάμπο ύψωσαν και τοίχο για να παραμείνει ο χείμαρρος στη νέα του κοίτη και πορεία. Ο πρόχειρος τοίχος αργότερα γκρεμίσθηκε, ωστόσο από τότε η τοποθεσία λέγεται Κομμένος Τοίχος. Τότε λοιπόν κτίσθηκε ο Κισλάς λίγο έξω από το χωριό και απέναντι του περίπου την ίδια εποχή κτίσθηκε ο ελληνικός στρατώνας στην άλλη πλευρά των συνόρων, στο ελληνικό, μέσα στο χωριό. Η αρχιτέκτων Πάτρα Θεολογίδου, σε συνέδριο της δεκαετίας του 1990 για την νεοκλασική πόλη, αναφέρει:  «….ήταν ένα συγκρότημα κτιρίων ο Κισλάς, με διαστάσεις 30 επί 50 μέτρα, που οργανώνονταν γύρω από μια αυλή. Διώροφο με ημιυπόγειο, ένα ακόμη διώροφο και τρία ισόγεια. Κύριο υλικό δομής η πέτρα, ιδιαίτερα εμφανής στην όψη του κτιρίου. Μεταγενέστερα μετατράπηκε σε ιδιωτική αποθήκη και κινδυνεύει με πλήρη καταστροφή…». Προφητική η αρχιτέκτων στα 1990, αφού η καταστροφή του ιστορικού μνημείου είναι και σήμερα προ των πυλών, 200 χρόνια περίπου από τα χρόνια που δημιουργήθηκε. Η πέτρα που αναφέρει είναι η χρωματιστή μυγδαλόπετρα, σιδερόπετρα που είναι άφθονη στο υπέδαφος και έχει χρησιμοποιηθεί σε πολλά σπίτια  του χωριού. Το 1985 το κτίριο κηρύχθηκε διατηρητέο ιστορικό μνημείο από την Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων και το Υπουργείο Πολιτισμού, με το αιτιολογικό ότι αποτελεί αξιόλογο δείγμα στρατιωτικής εγκατάστασης του 19ου αιώνα και έχει παίξει σημαντικό ρόλο στη νεώτερη ελληνική ιστορία. Το ίδιο φυσικά έγινε το 1985 και με τον ελληνικό στρατώνα που κηρύχθηκε διατηρητέος. Αυτό το ιστορικό κτίριο ο ιδιοκτήτης του, αείμνηστος δικηγόρος Αχιλλέας Δημοκωστούλας το ανακαίνισε άριστα ως ιδιωτική κατοικία του και αποτελεί σήμερα αρχιτεκτονικό στολίδι στο τόπο της Σούρπης. Μια πλήρη περιγραφή-καταγραφή του Κισλά έκανε το 2008 ο Ολλανδός αρχαιολόγος R.Reinders στο 4ο Ιστορικό συνέδριο του Αλμυρού. Τίτλος της δημοσιεύμενης πλέον έρευνας στα πρακτικά του συνεδρίου –Αχαιοφθιωτικά Δ΄: Τα ελληνοοθωμανικά σύνορα στη πεδιάδα της Σούρπης, 1832-1881. Αντλώ μερικά στοιχεία: Ο κισλάς αποτελείται από ένα ορθογώνιο κτίριο με δυο ορόφους που στη νότια πλευρά του διαθέτει ανοιχτή αυλή με μια πηγή που περιβάλλεται από έναν τοίχο. Διαστάσεις του συνόλου 22 επί 37 μέτρα. Ο κάτω όροφος διαθέτει στη βόρεια πλευρά του 22 πολεμίστρες, 1 μέτρο η απόσταση μεταξύ τους, οι εξωτερικές σχισμές από όπου έβγαινε η κάννη του όπλου έχουν διαστάσεις 40 εκατοστών. Δεν διέθετε ο Κισλάς προεξάρχοντες πύργους ως φυλάκια επόπτευσης, ωστόσο η μεγάλη εσωτερική αυλή, το υπόγειο, τα δωμάτια στον κάτω όροφο και η αίθουσα στον δεύτερο όροφο αποτελούν ενδείξεις ότι ήταν κατάλληλος για χρήση από πολλά άτομα και για αυτό τον σκοπό είχε και αποθήκες.

Επιμέρους ενδιαφέροντα στοιχεία για τον Κισλά, που αξίζει να αναφερθούν: Ένα στρατιωτικό τάγμα αποτελούσε τη δύναμή του και έστελνε μικρές φρουρές στις Καζάρμες, στα μεθοριακά φυλάκια. Μια Καζάρμα ευτυχώς στέκει ακόμη και σήμερα ολόρθη, σχεδόν ακέραια, χωρίς στέγη, στη θέση Πελαλίστρα στο κέντρο του κάμπου, λίγο έξω από το χωριό. Στο υπόγειο φυλάσσονταν τα πυρομαχικά και στις αποθήκες τα τρόφιμα, εφόδια. Το υπόγειο ήταν και φυλακή, για όσους συλλαμβάνονταν σε μεθοριακά επεισόδια, τοπικός θρύλος διέσωσε την μνήμη του λεγόμενου Αράπη, του δήμιου του Κισλά. Τον Ιούνιο του 1845 τον Κισλά τον καταγράφει η βασίλισσα Αμαλία κατά την επίσκεψη της με τον Όθωνα σε Σούρπη, Νέα Μιτζέλα ή Αμαλιάπολη. Διασώζει ένα ευτράπελο γεγονός «… οι  άνθρωποι του χωριού τρελοί από χαρά όταν μας είδαν με την συνοδεία μας, και τους οροφύλακες  παρ’ ολίγο να μας ρίξουν από τα άλογα, αφού λίγες μέρες πριν υπήρχαν φήμες ότι θα τους επιτεθούν ληστές από το τούρκικο, ενώ οι γενναίοι, όπως αστειευόμενη τους αποκαλεί, φρουροί στον απέναντι τουρκικό στρατώνα τον εγκατέλειψαν τρέχοντας φοβισμένοι» (Γ.Τσολάκης ,19ο Δελτίο Φιλαρχαίου Αλμυρού) . Γερμανός περιηγητής το 1876 αναφέρει ότι απείχαν μεταξύ τους μια τουφεκιά οι δύο στρατώνες. Περί το 2000 ο γιατρός και ιστοριοδίφης του τόπου μου Λευτέρης Πριάγγελος, γεννηθείς το 1915, μού διέσωσε αφήγηση του πατέρα του Χρήστου, από την εποχή των δυο στρατώνων και των συνόρων «…όταν γινόνταν μεθοριακά επεισόδια άρχιζε το τουφεκίδι ανάμεσα στους στρατώνες. Εμείς τα μικρά παιδιά αγνοώντας τον κίνδυνο τρέχαμε  να δούμε. Μόλις σταματούσε ο χαμός  πηγαίναμε στη νεκρή ζώνη ανάμεσα στους δυο στρατώνες για να μαζέψουμε κάλυκες και σφαίρες για τα παιγνίδια μας. Τότε ήταν μόνο ο μικρός ναός του Άη Γιώργη στη νεκρή ζώνη, ένα τελωνειακό φυλάκιο και τίποτε άλλο, ο χείμαρρος, από εδώ το ελληνικό και το χωριό, από εκεί ο Κισλάς. Ο φούρναρης ο Σδουκόπουλος, που είχε το μαγαζί του δίπλα στον ελληνικό στρατώνα απολάμβανε το τουφεκίδι, συνηθισμένος σε αυτό, μάς φώναζε όμως και μας μάζευε στο φουρνάρικο μην δεχθούμε καμιά αδέσποτη σφαίρα…».

Μετά το 1881 που ελευθερώθηκε η Θεσσαλία και τα σύνορα της ελεύθερης Ελλάδος έφθασαν στον Όλυμπο και στην Ελασσόνα, το κτίριο έπαψε φυσικά να είναι στρατώνας και οι τουρκικές αρχές το πούλησαν σε τοπικούς μεγαλοϊδιοκτητές γης, στα αδέλφια Γιάννη και Δημήτρη Δημοκωστούλα  Αυτοί έκτισαν εμπρός στον πρώην πλέον στρατώνα ένα ευρύχωρο, ψηλό, επιβλητικό κτίριο, μια καπναποθήκη, με ισόγειο όροφο και υπόγειο. Στα κτίρια του Κισλά στεγάσθηκαν μετά το 1922 Μικρασιάτες πρόσφυγες που είχαν έρθει στο χωριό. Απογραφή του 1928 καταγράφει στη Σούρπη 58 πρόσφυγες και 15 προσφυγικές οικογένειες. Μερικοί από αυτούς τελικά ριζώνουν στο χωριό όπως οι Γιώργος Βερούκας, Χρήστος Κειμαλής, Ξενοφών Κόκκινος, Γιώργος Μίχος, Στέργιος Γούναρης, Νίκος Σωτηρίου κ.ά.

Στη διάρκεια της γερμανοϊταλικής Κατοχής 1941-44 κατά την συνθηκολόγηση του ιταλικού στρατού με τον ΕΛΑΣ, τέλη 1943, έμειναν εδώ ως αιχμάλωτοι του ΕΛΑΣ Ιταλοί στρατιώτες. Στο μπροστινό κτίριο, στην καπναποθήκη, δόθηκαν στα χρόνια της Εθνικής Αντίστασης θεατρικές παραστάσεις για τους ντόπιους, από νεαρά παιδιά της ΕΠΟΝ. Ο αείμνηστος Απόστολος Χρυσικός, ιδιοκτήτης της ταβέρνας στις Νηές «Βοτσαλάκια» μού αφηγήθηκε το 1995 ότι έπαιξε στο θεατρικό έργο «Ο Αγών μου», εκείνα τα ηρωικά χρόνια.

Ως το 1980 ο Κισλάς ήταν σε καλή κτιριακή κατάσταση, ο ισχυρός όμως σεισμός στις 9 Ιουλίου εκείνου του έτους του επέφερε τα πρώτα προβλήματα, στο φοβερό δε χιόνι του Μαρτίου 1987 η στέγη του κατέπεσε. Σήμερα ανήκει στους κληρονόμους των αρχικών ιδιοκτητών του 1881 ,των αδελφών Ιωάννη και  Δημήτρη Δημοκωστούλα. Μετά το 1990 χρησιμοποιούνταν ως στάβλος και αποθήκη, σήμερα έχουν εγκαταλειφθεί όλα, δένδρα έχουν φυτρώσει μέσα στο κτίριο και σκουπιδότοπος κυριαρχεί στο υπόγειο. Στη μέση της αυλής υπάρχει το πηγάδι, με το μαγκάνι, μια πηγή νερού και μεγάλα πιθάρια. Στο πηγάδι αυτό μου αφηγήθηκαν γέροντες του χωριού ένα παλιό έθιμο, πήγαιναν ως μικρά παιδιά στη γιορτή  της Ανάληψης του Χριστού και έριχναν καθρέπτες στο νερό του πυθμένα του. Νόμιζαν με την παιδική τους φαντασία ότι θα δουν αγαπημένα τους νεκρά πρόσωπα μέσα από τα τζάμια-καθρέπτες.  Ένα άλλο γεγονός στο Κισλά, που διέσωσε η τοπική λαϊκή παράδοση, ήταν το παζάρι δίπλα στο κτίριο κάθε Σάββατο. Στον λεγόμενο αχλαδόκηπο, εκεί που ήταν τα γραφεία του Συνεταιρισμού Σούρπης, στη σημερινή διασταύρωση προς Αγία Τριάδα, ο διοικητής του στρατώνα έδινε άδεια σε κατοίκους των χωριών στο τουρκικό, Δρυμώνα, Καλύβια Σούρπης, Βρύναινα να φέρνουν τα προϊόντα τους και να τα πουλάνε στους ντόπιους Σουρπιώτες από την άλλη πλευρά των συνόρων. Μαζεύονταν και τα μικρά παιδιά και τα έδινε ο διοικητής γευστικό χαλβά με άσπρα στραγάλια. Αυτά ή οι γονείς τους του έδιναν για τον στρατώνα το τσίτι, άσπρο δηλαδή ύφασμα, καφέ, γλυκά. Το 1983 επί Μελίνας Μερκούρη, Υπουργού πολιτισμού, έγινε μια προσπάθεια μαζί με τον τοπικό Πολιτιστικό σύλλογο, αγοράς του κτιρίου-μνημείου από το κράτος με στόχο φυσικά να μετατραπεί σε χώρο πολιτισμού, αλλά η προσπάθεια δεν τελεσφόρησε. Ωστόσο μια ανάλογη προσπάθεια απέδωσε στο Άργος στην Πελοπόννησο, πριν μερικά χρόνια, όπου εκεί οι λεγόμενοι Στρατώνες του Καποδίστρια διασώθηκαν, αγοράστηκαν από τον οικείο Δήμο αν δεν κάνω λάθος και σήμερα είναι το πολιτιστικό «σήμα κατατεθέν» της πόλης. Ο Κισλάς της Σούρπης ήρθε πρόσφατα στην επιφάνεια από την αφάνεια τόσων χρόνων μέσα από τη συμμετοχή των μαθητών του τοπικού Γυμνασίου στο πανθεσσαλικό μαθητικό διαδικτυακό, λόγω πανδημίας, συνέδριο στις 15 Μαΐου 2021. Εκεί  παρουσίασαν στο κοινό τους δύο στρατώνες του τόπου τους. Ένα συνέδριο με τίτλο: Μέσα από τα μάτια των παιδιών το 1821, που έγινε φυσικά με αφορμή τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821. Μακάρι η επίσκεψη-ξενάγηση πριν λίγες ημέρες στον Κισλά των αυτοδιοικητικών φορέων του Δήμου Αλμυρού, των στελεχών της Περιφερειακής Διεύθυνσης Εκπαίδευσης Θεσσαλίας αλλά και Μαγνησίας, της κας Υφυπουργού Παιδείας, συναδέλφων εκπαιδευτικών από τον Βόλο, αλλά και πολιτών της περιοχής μας να δρομολογήσει  θετικές εξελίξεις σωτηρίας του ιστορικού μνημείου της Σούρπης. Η βιβλιογραφία πλούσια για τον Κισλά Σούρπης, καταγράφω κυρίως: το αναλυτικό άρθρο του R. Reinders στα Αχαιοφθιωτικά Δ΄, σειρά άρθρων του Βίκτωρα Κοντονάτσιου στα Δελτία της Φιλαρχαίου και στα Πρακτικά των 5 Ιστορικών συνεδρίων του Αλμυρού, η μεταπτυχιακή έρευνα του Κώστα Κορδάτου στο Παιδαγωγικό τμήμα του Παν. Θεσσαλίας το 1998, το βιβλίο της Νίτσας Κολιού: οι Πρωτοπόροι της περιοχής Αλμυρού – εκδ.1995, το άρθρο του Αργύρη  Πετρονότη: Τα οθωμανικά αρχιτεκτονήματα του Θεσσαλικού Αλμυρού και τέλος σειρά άρθρων του αείμνηστου Σουρπιώτη δημοσιογράφου Χρήστου Μότσια στις εφημερίδες Νέα-Θεσσαλία και στο αθηναϊκό περιοδικό Ταχυδρόμος στη δεκαετία του 1980.





Παρακαλούμε κοινοποιήστε το λινκ.