Ο Φιλοπρόοδος Ν. Αγχιάλου για τη σημερινή επέτειο του Ολοκαυτώματος





ΑΓΧΙΑΛΟΣ: Η Αγχίαλος είναι χτισμένη σε χερσόνησο, στα βόρεια του κόλπου του Πύργου (Μπουργκάζ) και βρίσκεται στις παρυφές μιας μεγάλης πεδιάδας, που από την Βυζαντινή εποχή ονομαζόταν “κάμπος της Αγχιάλου”.
Η Αγχίαλος ιδρύθηκε από τη γειτονική Απολλωνία (Σωζόπολη)τον 6ο αιώνα π.Χ.Στη περιοχή υπήρχε ακμαίος Ελληνισμός
Οι πόλεις Φιλιππούπολη, Πύργος, Βάρνα, Στενήμαχος, Τατὰρ – Παζαρτζίκ, Ζαγορὰ και άλλες αποτελούσαν κέντρα του.

Το καλοκαίρι του 1906, άρχισαν άγριοι διωγμοὶ των Ελλήνων μὲ πρώτο στόχο τη Βάρνα, όπου ο Βουλγαρικὸς όχλος, παρακινούμενος απὸ τις αρχές, προέβη στη λεηλασία και καταστροφὴ Ελληνικών σχολείων, καταστημάτων,σπιτιών, καθὼς και στο φόνο Ἑλλήνων.
Οι διωγμοὶ γρήγορα ἐπεκτάθηκαν και στις άλλες πόλεις.
Επί τρεις μήνες το τουφέκι, η φωτιά και το τσεκούρι δούλευαν ακατάπαυστα.
Πάνω από 120 εκκλησίες, 70 σχολεία, ανάμεσά τους και η Μαράσλειος Σχολή, το κόσμημα της Φιλιππούπολης καταστραφήκαν. Το Ολοκαύτωμα της Αγχιάλου ήταν αποτέλεσμα της κορύφωσης του βαλκανικού εθνικισμού.
Οι Έλληνες κάτοικοι της Αγχιάλου, αποφάσισαν να αμυνθούν μὲ κάθε τρόπο. Ἐκλεισαν τα καταστήματα της πόλης, έβαλαν ἔνοπλη φρουρὰ στην είσοδο της και οχύρωσαν το μοναστήρι τοῦ Αγίου Γεωργίου με οπλισμένους πολίτες. Την 20η Ιουλίου κατέλαβε το μοναστήρι ο βουλγαρικός στρατός, και παρέμεινε ως τις 28 τοῦ μῆνα για το “περιφρουρήσει”.
Μετὰ την αναχώρηση τοῦ στρατού, ομάδες Βουλγάρων απὸ τον Πύργο επιτέθηκαν κατὰ των οπλισμένων Ελλήνων και οι συγκρούσεις γενικεύτηκαν σε όλη την πόλη. Βούλγαροι κομιτατζήδες κατέστρεψαν κάθε τι το Ελληνικὸ και εξόντωσαν δεκάδες ‘Ελληνες Αγχιαλίτες.
Μία πόλη πυρπολημένη, με καπνίζοντα ερείπια, λεηλατημένη, παραδομένη στο μίσος και τη μανία. Για ώρες κράτησε η σύγκρουση. Η άμυνα των Αγχιαλιτών για την προάσπιση της κοιτίδας τους υπήρξε λυσσαλέα.
Η Αγχίαλος πλήρωσε πρώτη το βαρύ παραπληρωματικό τίμημα της ελληνο-βουλγαρικής σύγκρουσης στη Μακεδονία και τη Θράκη,όπου αναμετρήθηκαν ο Ελληνικός με το Βουλγαρικό μεγαλοϊδεατισμό.
“Στις 30 Ιουλίου σήμανε η ώρα της Αγχιάλου. Αλλ’ εκεί τα πράγματα ήτανε λιγάκι σκούρα. Η Αγχίαλος χτισμένη σ’ ένα ακρωτήριο ανάμεσα σε δυο θάλασσες κι έχοντας προς το μέρος της στεριάς τη λίμνη των αλυκών ήτανε από φυσικό της δύσκολο να κυριευθεί “από έξω”. Έπειτα ο πληθυσμός ήτανε ολάκερος σχεδόν ελληνικός κι ο δεσπότης είχε ετοιμάσει την άμυνα.
Όσοι είχανε υπηρετήσει στο στρατό, οπλιστήκανε και φυλάγανε βάρδια κάθε νύχτα στο στενό έμπασμα της πόλης. Και τηλεγραφούσε ο δεσπότης στην κυβέρνηση πως θα αναγκαστεί να “υπερασπίσει την τάξη…”.
Γι’ αυτό οι Βουλγαρομακεδόνες επιχειρήσανε να μπούνε νύχτα και ξαφνικά στην πόλη.
Μα οι φρουροί αγρυπνούσανε και άρχισε το τουφεκίδι. Τότες επιχειρήσανε να στείλουν ένα απόσπασμα από το βορεινό στενό της Μεσέβριας και να βάλουνε τους Έλληνες “μεταξύ δύο πυρών’. Κατά το μεσημέρι η μάχη φούντωσε μέσα στην πόλη. Τότες έφτασε από τον Πύργο έφιππη χωροφυλακή να “θέσει τέρμα εις την συμπλοκήν”, ήγουν να εκτοπίσει τους Ρωμιούς και να παραδώσει την πόλη στους κομιτατζήδες. Κι η πόλη ολόκληρη, από παλιά ξύλινα σπίτια με στενούς δρόμους, παραδόθηκε στις φλόγες και κάηκε σε λίγην ώρα. (…)
Κι άκουσα δίπλα μου τη Μπάμπο Ζωίτσα -και ποιος δεν την ήξερε!… Γριά Βουργάρα εξελληνισμένη υπηρετούσε αμέτρητα χρόνια εκκλησάρισσα στην ελληνική εκκλησία. (…) Άκουσα λοιπόν τη Μπάμπο Ζωίτσα να μονολογεί ρωμέικα με τρόπο, που να πάρει τ’ αυτί μου την κουβέντα της:
-Καλά της κάνανε! Έτσι κι “αυτοί” καίνε στη Μακεδονία τα βουργάρικα χωριά. Αμ πώς!…
Είχε ξυπνήσει μέσα της η κοιμισμένη από χρόνια ράτσα της.”
ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ
Όσοι διασώθηκαν κατέφυγαν στην περιοχή των αλυκών και από εκεί έφυγαν με πλοιάρια σε άλλες πόλεις και σε οθωμανικό έδαφος, απ’ όπου αναχώρησαν για την Ελλάδα. Οι περισσότεροι Αγχιαλίτες πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στη Νέα Αγχίαλο της Μαγνησίας. Το δεύτερο ρεύμα των Αγχιαλιτών προσφύγων, που ήρθαν στην Ελλάδα μετά το 1919, εγκαταστάθηκαν στο συνοικισμό «Νέα Αγχίαλος» της Θεσσαλονίκης
Η ιστορία τόσων ετών, οι ένδοξες ημέρες ενός πολιτισμού, θάφτηκαν κάτω από τις στάχτες..
Οι ξεριζωμένοι Αγχιαλίτες, άφησαν πίσω τους τα πάντα και πήραν μαζί τους μόνο τα όνειρα τους, τις θύμισες, την κουλτούρα, τον πολιτισμό τους, την πανάρχαιη ιστορία τους.
Η χαμένη πατρίδα, έμεινε πάντα εκεί που είναι η θέση της, στην καρδιά! Εκεί όπου θα ζει για πάντα το νοσταλγικό δράμα τη χαμένης κοιτίδας.
” Τώρα φυσικά δε με ξαφνιάζουν τέτοια πράγματα. Γιατί ξέρω, πως δεν φταίνε οι λαοί όταν μισούνται και σκοτώνονται αναμεταξύ τους. Φταίνε εκείνοι, που καλλιεργούν μέσα τους το μίσος και το έγκλημα και τους “διορίζουνε” κάθε τόσο και τον “προαιώνιο” εχθρό για να ξεθυμάνουνε. Για συμφέρο τάχα των λαών; Όχι βέβαια. Για το συμφέρο των ληστών.”
ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ




Παρακαλούμε κοινοποιήστε το λινκ.