Από το Βελεστίνο στα αλβανικά βουνά: ένα οδοιπορικό μνήμης και τιμής







Από τον ιστορικό Γιώργο Σαββανάκη

Ένα διαφορετικό ταξίδι πραγματοποίησε ο ιστορικός Γιώργος Σαββανάκης από το Βελεστίνο. Ξεκίνησε από τον Δήμο Ρήγα Φεραίου με προορισμό τα αλβανικά βουνά όπου ο παππούς του πολέμησε το 1940. Ο Βασίλης Σαββανάκης (1915-2010) ήταν Λοχίας του 27ου Συντάγματος και πολέμησε από την πρώτη έως την τελευταία ημέρα στο αλβανικό μέτωπο, κυρίως στο ύψωμα με την ονομασία «Μνήμα της γριάς» και στην κορυφή «Γκοροτόπι». Η ομάδα Σαββανάκη ήταν η τελευταία που υπερασπίστηκε και κράτησε το μέτωπο Γκοροτόπι κι όλες αυτές οι μνήμες κι εμπειρίες περιγράφονται στο βιβλίο με τον αντίστοιχο τίτλο που κυκλοφόρησε το 1987 από τον Σύλλογο Βελεστινλιωτών Αθηνών. Ογδόντα ένα χρόνια μετά, ο Γιώργος Σαββανάκης μαζί με τους δύο θείους του, γιους του Λοχία Σαββανάκη, πραγματοποίησαν αυτό το οδοιπορικό μνήμης.

Ο ίδιος γράφει σχετικά: «Υπάρχουν κάποια ταξίδια τα οποία τα οραματιζόμαστε και τα σχεδιάζουμε χρόνια, πλάθουμε στο μυαλό μας με την φαντασία μας τα μέρη και τα τοπία που πρόκειται να επισκεφτούμε, γίνονται εν τέλει τα ταξίδια αυτά τάματα που πρέπει να εκπληρωθούν.  Έχοντας μεγαλώσει  με τον παππού μου, Βασίλη Σαββανάκη, παλιό πολεμιστή του αλβανικού έπους και ακούγοντας συνεχώς τις ιστορίες του, ήθελα εδώ και χρόνια να προσπαθήσω να ακολουθήσω τα βήματα του και να βρεθώ σε κάποια από τα μέρη όπου πολέμησε. 

Φέτος αποφασίσαμε οικογενειακώς να κάνουμε αυτό το ταξίδι. Ανήμερα της 28ης Οκτωβρίου ξεκινήσαμε για την Αλβανία. Αρχικά αντικρίσαμε την πόλη της Μπίγλιστας και τον κάμπο που απλώνεται μπροστά της. Στον κάμπο αυτό οι στρατιώτες του 27ου Συντάγματος στις 15 Νοεμβρίου 1940 είχαν την πρώτη πικρή γεύση του πολέμου. Εκεί το χαμόγελο έφυγε από τα χείλη τους, ο ενθουσιασμός μετριάστηκε και ήρθε η συνειδητοποίηση ότι πόλεμος σημαίνει αίμα, σημαίνει κραυγές απόγνωσης, σημαίνει θάνατο. Μετά την Μπίγλιστα συνεχίσαμε για τα χωριά Σέγκουλα και Μέγκουλα, όπου ο ελληνικός στρατός έδωσε πεισματώδη μάχη με σκοπό την κατάληψη του ορεινού όγκου του Μοράβα. Στόχος μας ήταν να ακολουθήσουμε την πορεία του 27ου Συντάγματος (το Σύνταγμα στο οποίο υπηρετούσε ο παππούς μου), δηλαδή να περάσουμε από το χωριό Δάρδα και έπειτα να αντικρίσουμε την Κορυτσά. Δυστυχώς ο δρόμος προς Δάρδα ήταν κλειστός και έτσι επιστρέψαμε στην Μπίγλιστα και ακολουθήσαμε την κεντρική οδική αρτηρία προς Κορυτσά. Η μέρα έκλεισε με μία επίσκεψη στις φημισμένες κάποτε βλάχικες πόλεις Μοσχόπολη και Σίπισκα.

Την επόμενη μέρα ο σκοπός μας ήταν να φτάσουμε στο ύψωμα Γκοροτόπι, (Guri I Topit, 2200μ.) όπου ο ελληνικός και ο ιταλικός στρατός έδωσαν αιματηρές μάχες για τον έλεγχο λίγων δεκάδων μέτρων, το οποίο κατελήφθη χάρη στην αντίσταση της τελευταίας ομάδας πολυβόλου που έμεινε εκεί, της ομάδας του διμοιρίτη Βασίλη Σαββανάκη. Δυστυχώς δεν είχαμε επαρκείς πληροφορίες και έτσι δεν φτάσαμε μέχρι την κορυφή. Δεν μπορέσαμε επίσης να φτάσουμε στο χωριό Νίτσα. Το χωριό αυτό κατέχει μια ιδιαίτερη θέση στην καρδιά μου καθώς εκεί, αν και μέσα στη φρίκη του πολέμου, κατάφερε ο παππούς να περάσει μια βραδιά ήρεμης, οικογενειακής θαλπωρής. Ήταν η νύχτα της 12ης Δεκεμβρίου του 1940 όταν με την ομάδα του έπαιρναν το δρόμο για το ύψωμα «Μνήμα της Γριάς».  Εξαντλημένοι από την κούραση και καταταλαιπωρημένοι από την βροχή και τη λάσπη έψαχναν για κατάλυμα στο χωριό. Κάποια στιγμή ο παππούς μου άκουσε μέσα από ένα σπίτι να λένε στα βλάχικα «Κρύψε τη νύφη». Τους μίλησε στα βλάχικα και οι πόρτες άνοιξαν. Η οικογένεια τους έβαλε στο σπίτι, τους ζέστανε και γρήγορα γρήγορα τους φίλεψε πίτες και καρύδια. Η βραδιά πέρασε με ενδιαφέρουσες κουβέντες σχετικά με τα μέρη του Αλμυρού, όπου η οικογένεια είχε δεσμούς. Πάντα ο παππούς μιλούσε με ένα ειλικρινές αίσθημα ευγνωμοσύνης για αυτή την οικογένεια.

Το βράδυ το περάσαμε στο Πόγραδετς και την επόμενη μέρα επισκεφτήκαμε το μοναστήρι του Οσίου Ναούμ και την πόλη της Οχρίδας. Τα μέρη αυτά φάνταζαν σαν τον παράδεισο στους στρατιώτες που βρίσκονταν τότε στα αλβανικά βουνά. Εκεί, στο Πόγραδετς μάλιστα, απογοητευμένοι που δεν μπορέσαμε να πάμε στη Νίτσα, είχαμε και μία ευχάριστη έκπληξη. Έξω από το ξενοδοχείο μία γυναίκα – η κυρία Κλημεντίνη-  μας άκουσε να μιλάμε ελληνικά. Ήρθε και μιας έπιασε την κουβέντα. Είχε κάνει κι αυτή χρόνια στην Ελλάδα. Όταν την ρωτήσαμε αν έχει Βλάχους στο Πόγραδετς μας απάντησε ότι και η ίδια είναι Βλάχα. Η συζήτηση συνεχίστηκε στα βλάχικα και με μεγάλη χαρά μάθαμε ότι ήταν από το χωριό Νίτσα!

Αυτά τα ταξίδια ζωής, αυτά τα τάματα, είναι ιδιαίτερα φορτισμένα, δημιουργούν έντονα συναισθήματα και έχουν έναν βαθιά μυστηριακό χαρακτήρα, ο οποίος κάποιες φορές λόγω ορισμένων ιδιαιτέρων συμπτώσεων αποκτά και ένα άρωμα μεταφυσικού.  Από την εποχή που δεν μπορούσα να αρθρώσω καλά καλά ολοκληρωμένες προτάσεις, έλεγα «Χρόνια πολλά» στον παππού την ημέρα της 28η Οκτωβρίου. Όχι στην γιορτή του, ούτε βέβαια πολύ περισσότερα σε γενέθλια. Εκείνη την ημέρα ένιωθε ως δική του και τότε ήθελε να του ευχόμαστε. Έχει πλέον έντεκα χρόνια που έχει αφήσει αυτόν τον κόσμο οπότε οι ευχές μου πια είναι μόνο νοερές. Μα φέτος, ανήμερα της 28ης, ενώ καθόμουν σε ένα τραπέζι στη Μοσχόπολη, με πόση έκπληξη, με πόσα ανείπωτα συναισθήματα, με πόση ζεστασιά γέμισε η ψυχή μου, όταν είδα στην οθόνη του κινητού μου μία αναπάντητη κλήση από το παλιό νούμερο σταθερού τηλεφώνου του παππού (του οποίου βεβαίως τη σύνδεση έχουμε διακόψει εδώ και έντεκα χρόνια). Θα το εκλάβω ως το ευχαριστώ σου στις νοερές μας ευχές».

Χωριό Στρενάτι, Αλβανία, 25-03-1941. Αριστερά ο λοχίας Βασίλης Σαββανάκης και δεξιά ο επίσης Βελεστινιώτης Γιάννης Παπατόλιας. Δεξιά η μικρή κοπέλα ονομάζεται Σιανίκω και μαζί με τις υπόλοιπες βοηθούσαν τους Έλληνες στρατιώτες. “Στο χωριό αυτό που δεν είχε και πολύ στρατό, βρήκαμε πιο εύκολα γάλα, αυγά, κότες κλπ. που είχαμε μεγάλη ανάγκη για να συνέλθουμε και να δυναμώσουμε. Θυμάμαι που μας εξυπηρετούσαν πρόθυμα μερικά κορίτσια 5-7 χρονών, που έχω σε κάτι φωτογραφίες που βγήκαμε στις 25 Μαρτίου. Η μία μάλιστα λεγόταν Σιανίκω. Ήταν η πιο πρόθυμη και μάζευε τις άλλες και τις έβαζε να μας φέρουν νερό από τη βρύση, να μας πλένουν τις καραβάνες, να μας αγοράζουν αυγά, τυρί κ.λ.π. που πρόθυμα το έκαναν επειδή υποφέραμε πολύ στο Μνήμα της Γριάς. Θυμάμαι τις δύο δίδυμες αδελφούλες 5 ετών, που έχω και στη φωτογραφία και ήταν σωστά αγγελουδάκια. Δεν συγκρατώ όμως τα δύσκολα αλβανικά ονόματά τους”.
Β. Σαββανάκης, “Γκοροτόπι, μνήμες και βιώματα του πολέμου στην Αλβανία”, επιμ. Π. Καμηλάκης, Σύλλογος Βελεστινιωτών Αθήνας, Αθήνα, 1987, σ. 85




Παρακαλούμε κοινοποιήστε το λινκ.