Τα Εισόδια της Υπεραγίας Θεοτόκου – του Αρχιμ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΓΙΑΝΝΙΟΥ





του Αρχιμ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΓΙΑΝΝΙΟΥ

εφημερίου Ι.Ν.Κοιμήσεως της Θεοτόκου

«Σήμερον της ευδοκίας Θεού το προοίμιον και της των ανθρώπων
σωτηρίας η προκήρυξις. Εν ναώ του Θεού τρανώς η Παρθένος  Δείκνυται και τον Χριστόν τοις πάσι προκαταγγέλλεται…»

Μετά την πτώση των πρωτοπλάστων, ο Θεός, μέσω του «πρωτευαγγελίου», δεν προανήγγειλε από συγκατάβαση μόνο τον ερχομό του Λυτρωτή, αλλά έκανε και αναφορά στο σημαντικό ρόλο που θα διαδραμάτιζε μια γυναίκα στο έργο της σωτηρίας των ανθρώπων. Αυτή, σε αντίθεση με την Εύα, μέσα από τη δική της υπακοή, θα γινόταν του «αχωρήτου Θεού χώρα και σεπτού μυστηρίου θύρα». Αυτή θα γινόταν «σκέπη του κόσμου», «κλίμαξ επουράνιος δια της οποίας θα κατέβαινε ο Θεός» και «γέφυρα μετάγουσα τους εκ γης προς ουρανόν». Δια μέσου της θα λυνόταν η παράβαση των πρωτοπλάστων, θα ανοίγετο ο Παράδεισος και θα γινόταν εκείνη «του πεσόντος Αδάμ η ανάκλησις και των δακρύων της Εύας η λύτρωσις».

Δεν είναι παράδοξο το γεγονός ότι η μορφή της κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγιογραφία του ναού. Έτσι, πέραν από τις φορητές εικόνες, υπάρχουν οι παραστάσεις της «πλατυτέρας», καθώς και όλων των Θεομητορικών εορτών. Πώς, λοιπόν, να μην τιμήσουμε αυτήν, που στο πρόσωπό της εκπληρώνεται το μυστήριο της Θείας Οικονομίας; Πώς να μην τιμήσουμε αυτήν που τίμησαν οι ουρανοί; Με την είσοδό της σήμερα στον Ναό προαναγγέλλεται και η είσοδος του Χριστού στον κόσμο και, κατ’ επέκταση, γίνεται στο πρόσωπό της «της οικονομίας του Κτίστου η εκπλήρωσις».

Με τη σημερινή είσοδό της στον Ναό η Παρθένος δεν αγιάζεται μόνον, αλλά την ίδια στιγμή και αγιάζει, αφού σε λίγο θα καταστεί η ίδια «ο έμψυχος και καθαρώτατος ναός του Σωτήρος». Αν στα «Άγια των Αγίων», όπως και παλαιότερα στη «Σκηνή του Μαρτυρίου», φυλάσσονταν όσα μαρτυρούσαν την παρουσία του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη, οι πλάκες του Δεκαλόγου, η στάμνα με το μάννα και η ράβδος του Ααρών, τώρα η ίδια θα γινόταν «Αγία Αγίων μείζων», αφού θα φιλοξενούσε στα σπλάχνα της τον Άγιο των Αγίων, τον Χριστό.

Μέγιστη η τιμή! Ο άπειρος και αχώρητος Θεός, διά συγκαταβάσεως, καθιστά την Παρθένο, «χώραν του αχωρήτου», γεγονός που προκαλεί κατάπληξη σε όλο τον αγγελικό κόσμο. Κατά τον ποιητή του Ακαθίστου Ύμνου: «Πάσα φύσις αγγέλων κατεπλάγη το μέγα της ενανθρωπήσεως έργον. Τον απρόσιτον γαρ ως Θεόν, εθεώρει πάσι προσιτόν άνθρωπον…».
Με τον τρόπο αυτό η Παρθένος Μαρία είναι η μοναδική περίπτωση
ανθρώπου, που με την είσοδό της στον Ναό, όχι μόνο αγιάζεται αλλά και η ίδια γίνεται πηγή αγιασμού. Η Θεοτόκος καθίσταται «των θαυμάτων Χριστού το προοίμιον και των δογμάτων Αυτού το κεφάλαιον». Χάρις στη Θεοτόκο «βρεφουργείται ο Κτίστης και νεουργείται η κτίσις». Χάρις σ’ αυτήν «τα ουράνια συναγάλλεται τη γη» και «τα επίγεια συγχορεύει ουρανοίς». Ως πρότυπο αγιότητος και αγνότητος φωτίζει και καθοδηγεί και γίνεται ταυτόχρονα «δεκτόν πρεσβείας θυμίαμα» και «παντός του κόσμου εξίλασμα», ενώ αποτελεί «Θεού προς θνητούς» και «θνητών προς Θεόν παρρησίαν».

Μακαρίζουμε, λοιπόν, αυτήν που στο πρόσωπό της εκπληρώνεται το
μυστήριο της Θείας Οικονομίας. Από τότε που αυτή τιμήθηκε από τον ουρανό, με τη δική της απάντηση και υπακοή, με το «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου», υποκλινόταν στη συγκατάβαση του ουρανού, τότε όλα άλλαζαν, τόσο για τον κόσμο όσο και για την ίδια. Προφητικοί οι λόγοι της: «Ιδού γαρ από του νυν μακαριούσι με πάσαι αι γενεαί», γεγονός που άρχισε να επιβεβαιώνεται όταν ακόμα
η ίδια ζούσε.

Ακούσαμε στο σημερινό Ευαγγέλιο: «Μακαρία η κοιλία η βαστάσασά σε και μαστοί ους εθήλασας». Ένας μακαρισμός που συνεχίζεται από τότε διά μέσου των αιώνων γι’ αυτήν, που ως Μητέρα του Θεού, έγινε «τιμιωτέρα των Χερουβίμ και ενδοξοτέρα ασυγκρίτως των Σεραφίμ» και την οποία ως «όντως Θεοτόκον» μεγαλύνομεν.
Επάξια ομολογούμε ότι «πάντες μετά Θεόν εις αυτήν καταφεύγομεν» και
αναγνωρίζοντας έτσι την ύψιστη τιμή που αποδίδουμε στο πρόσωπό της. Ακόμα και σε εποχές θρησκευτικής αδιαφορίας, όπως η δική μας, το επίκεντρο της προσοχής αλλά και της προσευχής των ανθρώπων αποτελεί η Θεοτόκος. Ένα πρόσωπο που, παρά την ύψιστη τιμή της οποίας αξιώθηκε από τον Θεό, εντούτοις υποκλίνεται με ταπείνωση και ομολογεί, αλλά και δοξολογεί λέγοντας: «Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον και ηγαλλίασε το πνεύμα μου επί τω Θεώ τω σωτήρι μου ότι επέβλεψεν επί την ταπείνωσιν της δούλης αυτού». Ένα πρόσωπο που παρακολουθούσε τον Υιόν της αλλά παρέμενε στη σκιά Του. Ποτέ δεν θέλησε, αλλά ούτε και επεδίωξε να τον επισκιάσει. Αντίθετα τον ακολουθεί σιωπηλά παντού, ακόμα και στον φρικτό Γολγοθά, βιώνοντας ως μητέρα τον πόνο και επαληθεύοντας τον λόγο του πρεσβύτη Συμεών: «σου δε αυτής την ψυχήν διελεύσεται ρομφαία».

Υποκλινόμαστε και πάλι σήμερα μπροστά της, προσβλέποντας στη δική της παρρησία. Της προσφέρουμε δάκρυα χαράς και ευγνωμοσύνης, αλλά και δάκρυα παράκλησης και μετάνοιας για να μεσιτεύει στον Υιόν της και Θεό μας για τη λύση προβλημάτων, τόσο δικών μας, όσο και της ανθρωπότητας ολόκληρης. Κάποτε τα χείλη σιωπούν και τα δάκρυα στερεύουν. Όμως η ευχαριστία ή και η παράκληση συνεχίζονται, καθώς τα λόγια ή τη σιωπή αντικαθιστούν οι δυνατοί και γοργοί κτύποι της καρδιάς, που θέλει κι αυτή να γίνει συμμέτοχη είτε της χαράς και ευγνωμοσύνης, είτε του δυνατού εσωτερικού πόνου. Με όποια μορφή κι αν εκφραστούν τα ειλικρινή συναισθήματά μας να είμαστε βέβαιοι ότι αυτά θα εισακουστούν.
Ας την παρακαλέσουμε να μας δίνει δύναμη και υπομονή στον δύσκολο και καθημερινό μας αγώνα.

Αντλώντας θάρρος από το παράδειγμά της, ας την μιμηθούμε έστω και κατ’ ελάχιστον. Ασταμάτητη ας είναι κι η ευχαριστία αλλά και η παράκληση προς αυτήν: «Προστασία των Χριστιανών ακαταίσχυντε, μεσιτεία προς τον Ποιητήν αμετάθετε, μη παρίδης αμαρτωλών δεήσεων φωνάς, αλλά πρόφθασον, ως αγαθή, εις την βοήθειαν ημών, των πιστώς κραυγαζόντων σοι. Τάχυνον εις πρεσβείαν, και σπεύσον εις ικεσίαν, η προστατεύουσα αεί, Θεοτόκε, των τιμώντων
σε».





Παρακαλούμε κοινοποιήστε το λινκ.