Κυριακή των Αγίων Πάντων – του Αρχιμ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΓΙΑΝΝΙΟΥ











του Αρχιμ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΓΙΑΝΝΙΟΥ

εφημερίου Ι.Ν.Κοιμήσεως της Θεοτόκου Ευξεινουπόλεως

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι την Κυριακή μετά την Πεντηκοστή, η Εκκλησία όρισε να εορτάζεται η μνήμη όλων των Αγίων. Βρισκόμαστε ήδη στο τέλος της περιόδου των κινητών εορτών που άρχισαν από την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου.
Όλη αυτή την περίοδο βιώσαμε βαθμιαία μια πορεία προς πνευματική αναγέννηση. Αγωνιστήκαμε στο στάδιο των αρετών, εκεί όπου όλοι αυτοί οι Άγιοι που τιμούμε σήμερα, γνωστοί και άγνωστοι, αγωνίστηκαν και στέφθηκαν στο τέλος, από τον Χριστό, με το στεφάνι της δόξας.
Ο Κύριος μας δίνει δυο πολύ σημαντικές διαβεβαιώσεις. Η πρώτη, αφορά την ομολογία πίστεως, που δεν είναι τίποτε άλλο από ομολογία και μαρτυρία Χριστού μπροστά στους ανθρώπους. Με τον ίδιο τρόπο, μας λέει ο Χριστός, θα μας ομολογήσει ως δικούς Του μπροστά στον Θεό Πατέρα. Η δεύτερη, αφορά τις αμοιβές που θα λάβει ο κάθε χριστιανός που, μέσα από τον ενάρετο βίο του, εφάρμοσε με πίστη το θέλημα του Χριστού. Οι αμοιβές αυτές αφορούν, πρωτίστως, την είσοδό μας στη βασιλεία του Θεού αλλά επεκτείνονται και στην επίγεια ζωή μας.
Όμως, τι σημαίνει άραγε ομολογία Χριστού και πόσο δύσκολη μπορεί να είναι; Όλοι εμείς, οι βαπτισμένοι Χριστιανοί που ακολουθούμε τον Χριστό και το θέλημά Του, όπως πολύ ωραία αναφέρει μια από τις ευχές του Αγίου Βαπτίσματος, έχουμε αποθέσει τον παλαιό άνθρωπο της αμαρτίας και της φθοράς και ενδυθήκαμε τον νέο και ανακαινισμένο κατά την εικόνα του δημιουργού μας. Ωστόσο, αναλογιζόμενοι τη ζωή μας, καλούμαστε να ελέγξουμε αν και κατά πόσο αυτή συμβαδίζει με τον λόγο του Θεού, αν είναι σύμφωνη, δηλαδή, με το ευαγγέλιο και τη διδασκαλία του Χριστού.
Δυστυχώς, γρήγορα θα διαπιστώσουμε ότι συνεχώς κάνουμε εκπτώσεις και συμβιβασμούς στο θέλημα του Κυρίου. Θα παρατηρήσουμε, ότι έχουμε προσαρμόσει την πίστη στα μέτρα μας, προκειμένου να μην βγαίνουμε από την άνετη θέση μας. Μα αυτή η προσαρμογή το πνευματικό «βόλεμα», δεν είναι τίποτα άλλο, στην ουσία, παρά άρνηση του Χριστού.
Κινδυνεύουμε να ακούσουμε από τον Κύριο το «οὐκ οἶδα ὑμᾶς πόθεν ἐστέ», δηλαδή να μας αρνηθεί και να μη μας αναγνωρίσει ως δικούς Του. Η φυσική στοργή και αγάπη που τρέφουμε προς οικεία πρόσωπα, όπως για παράδειγμα τους γονείς, τα παιδιά, τα αδέλφια, τους φίλους μας, εύκολα μας παρασέρνει στο να κάνουμε αυτές τις εκπτώσεις, τους συμβιβασμούς και τις υποχωρήσεις στην πίστη. Δεν είναι λίγες οι φορές που προτιμούμε να μην στεναχωρήσουμε εκείνους παρά τον Θεό, θεωρώντας ότι κάνουμε το καλύτερο γι’ αυτούς. Με αυτό τον τρόπο, δηλώνουμε ότι η αγάπη μας προς τους ανθρώπους είναι περισσότερη απ’ ότι προς τον Θεό. Ο Χριστός, όμως, μας το διασαφηνίζει ξεκάθαρα: όποιος άνθρωπος θέσει την αγάπη προς τους οικείους του πάνω από την αγάπη και το θέλημα του Κυρίου, αυτός δεν είναι άξιος μαθητής Του. Ο Χριστός δεν λέει να μην αγαπάμε τους οικείους μας. Αντιθέτως, όλες οι προτροπές Του είναι να θυσιαζόμαστε για τον πλησίον μας, χωρίς, όμως, οι πράξεις και η ζωή μας να έρχονται σε αντίθεση με το Ευαγγέλιο. Για να μπορέσουμε να το κατορθώσουμε αυτό, χρειάζεται να έχουμε απόλυτη και απροϋπόθετη εμπιστοσύνη στον Θεό και να είμαστε βέβαιοι ότι εφαρμόζοντας το θέλημά Του στη ζωή μας, η δική Του πρόνοια θα δώσει τον καλύτερο καρπό. Αδιαμφισβήτητο παράδειγμα εμπιστοσύνης και προσήλωσης στο θέλημα του Θεού αποτελεί ο πατριάρχης Αβραάμ, ο οποίος υπάκουσε στην εντολή του Θεού να θυσιάσει ακόμα και το παιδί του.
Γι’ αυτό και ο Θεός του είπε: «οὗ εἵνεκεν ἐποίησας τὸ ῥῆμα τοῦτο, καὶ οὐκ ἐφείσω τοῦ υἱοῦ σου τοῦ ἀγαπητοῦ δι ̓ ἐμέ, ἦ μὴν εὐλογῶν εὐλογήσω σε καὶ πληθύνων πληθυνῶ τὸ σπέρμα σου…». Δηλαδή «επειδή υπάκουσες και εκπλήρωσες την εντολή μου και δεν λυπήθηκες τον αγαπημένο σου γιο, σου υπόσχομαι ότι θα σε ευλογήσω πλουσίως και θα πληθύνω πολύ τους απογόνους σου…». Ο Κύριος δεν ευλόγησε μόνο τον Αβραάμ αλλά και τους απογόνους του. Ο κάθε χριστιανός, στα πρώτα του βήματα στην πίστη, αρχίζει να εφαρμόζει το ευαγγέλιο «ἐν φόβῳ Θεοῦ». Ανησυχεί, δηλαδή και αγωνιά μήπως χάσει τη βασιλεία του Θεού.
Παρόλο που φαινομενικά ο φόβος είναι κάτι αρνητικό, εδώ γεννά την αρετή, αφού ενεργοποιεί τη συνείδηση του χριστιανού για αγώνα. Ο Χριστός με φόβο απομακρύνει τον φόβο. Αυτό, όμως, αποτελεί μόνο την αρχή, τα πρώτα δειλά βήματα. Στη συνέχεια ο φόβος μετατρέπεται σε αγάπη. Και όπως για ένα πολύ αγαπητό μας πρόσωπο, κάνουμε ότι είναι δυνατό για να μην το στεναχωρήσουμε αλλά να είναι χαρούμενο, έτσι γίνεται και με τον αληθινό χριστιανό. Προσπαθεί όλες οι ενέργειές του, όλη η στάση ζωής του, να είναι ευάρεστη στον Θεό. Όχι από φόβο, αλλά από αγάπη προς Αυτόν που σταυρώθηκε για τις δικές μας αμαρτίες.
Όλοι οι Άγιοι που εορτάζουμε σήμερα, δεν είναι μόνο οι μάρτυρες, οι οποίοι μέσα από το μαρτύριό τους έδωσαν έμπρακτη ομολογία Χριστού. Είναι όλοι εκείνοι που έκαναν τον λόγο και το θέλημα του Θεού πράξη και βίωμα στη ζωή τους και έφτασαν στη θέωση και τον αγιασμό, κοινωνώντας με τον μόνον κατ’ ουσίαν Άγιο, τον Θεό. Η αγάπη που είχαν για τον Κύριο δεν τους επέτρεπε να κάνουν εκπτώσεις στο Ευαγγέλιό Του. Δεν έθεσαν το συμφέρον τους πάνω από το θέλημα του Κυρίου, όσο δύσκολες αποφάσεις κι αν έπρεπε να λάβουν. Η ζωή τους ήταν Χριστοκεντρική και όχι ανθρωποκεντρική. Κανένας άνθρωπος, με τις δικές του δυνάμεις, δεν μπορεί από μόνος του να γίνει άγιος. Πραγματικά Άγιος, είναι μόνο ο Θεός, ενώ όλοι εμείς μετέχουμε στην αγιότητά Του.
Έτσι, ορθώς η εορτή των Αγίων Πάντων τοποθετήθηκε μετά την Πεντηκοστή, προκειμένου να τονίσει ότι ακόμη κι αν εφαρμόσουμε στη ζωή μας το Ευαγγέλιο, χρειάζεται απαραίτητα η συνέργεια του Αγίου Πνεύματος.
Ακολουθώντας το θέλημα του Χριστού σε αυτό τον κόσμο μπορεί να νιώθουμε τελευταίοι, ωστόσο, ο Κύριος μας διαβεβαιώνει να μην πτοούμαστε γιατί: «Πολλοὶ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι καὶ ἔσχατοι πρῶτοι».





Παρακαλούμε κοινοποιήστε το λινκ.